Menu     
27 Μαΐου 2014 - Σχόλια: 0 - Εκτύπωση

Ένορκη Βεβαίωση

ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

  1. Για την απόδειξη των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων των υποψήφιων ή προσφερόντων για την ανάθεση εκτέλεσης δημόσιων έργων.[Ν.3389/05 άρθρο 15 παρ.3, Ν.3316/05 άρθρο 14 παρ.6, ΥΑ.282/05, ΟΔΓ 0018/20, Ν.3164/03].
  2. Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας των μισθούμενων από το δημόσιο ακινήτων [Ν.3130/03 άρθρο 47 παρ.3].
  3. Για την απόδειξη των επαγγελματικών προϊόντων των φαρμακοποιών [Ν206/47].
  4. Για την απόδειξη των φυλών των αυτοχθόνων ζώων, [Α.Υ.Γ 108645/4020/20.03.2003 άρθρο 7].
  5. Για την οικογενειακή κατάσταση των φοιτητών του Πανεπιστημίου του Αιγαίου [ΑΥΠ 108974/Β1-25-10-02].
  6. Για την υπόδειξη της φθοράς και απώλειας των εκλογικών βιβλιαρίων [Ν.1516/85 άρθρο 23].
  7. Για την εργασιακή κατάσταση των δικαιούχων οικονομικής ενίσχυσης ασθενών [Ν.1437/84 άρθρο 19 παρ.4].
  8. Για την απόδειξη της ύπαρξης εγγυτέρων συγγενών προς εξεύρεση τον φόρου κληρονομιών [Ν.Δ.118/73 άρθρο 67 και ΑΥΟΙΚ 13061/22-10-73].
  9. Για την απόδειξη του σήματος ως νέου [Ν.2239/54 άρθρα 9,13].
  10. Για την υπόδειξη προϋπηρεσίας προς κανονισμό των συντάξεων [Π.Δ.163/85, άρθρο 4 παρ.5, ως αντικαταστ. με το 2 ΠΔ.214/89].
  11. Για την βεβαίωση του χαμηλού εισοδήματος εκείνων που δικαιούνται να τύχουν δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας [άρθρο 2 Ν.3226/04].

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Αθήνα 16 Μαΐου 2006
Αριθμός Πρωτοκόλλου 1389

Αριθμός Γνωμοδότησης Νο 6


1) Το Σύνταγμα


Κατά το άρθρο 13 παρ. 5 του Συντάγματος, ουδείς όρκος επιβάλλεται άνευ νόμου ορίζοντας και τον τύπον αυτού. Από τη διάταξη αυτή, που συμπορεύεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 της ΕΣΔΑ, επιβάλλεται, οσάκις η Πολιτεία θέλει να θεσπίσει την υποχρέωση της ορκοδοσίας, είτε για τους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, είτε ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική, διοικητική και ποινική δικαιοσύνη ή στη διοικητική διαδικασία, απαιτείται να το θεσπίσει υποχρεωτικά με νόμο, που να ορίζει τόσο τη δυνατότητα της ορκοδοσίας, όσο και τον τύπο του διδόμενου όρκου. Δεν μπορεί δηλ. η Πολιτεία να επιβάλλει την υποχρέωση της ορκοδοσίας με άλλη διοικητική πράξη, όπως με εγκύκλιο, με απλό έγγραφο κλπ.[Αν.Μαρίνος Δίκη 11/30]. Τον καθορισμό των περιπτώσεων, στις οποίες είναι η ορκοδοσία υποχρεωτική, καθώς και τον προσδιορισμό του τύπου του όρκου αφήνει ο συντακτικός στον κοινό νομοθέτη (άρθρο 13 παρ.5). Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 385, 408 και 423 Κ.Πολ.Δικ και 194, 218, 220 και 236 Κ.Ποιν. Δικ. οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι ορκίζονται κατά τον τύπο της θρησκείας τους, αν αναγνωρίζει τον όρκο. Σε περίπτωση, κατά την οποία ο ορκιζόμενος είτε είναι άθρησκος ή άθεος, είτε η θρησκεία του ή το δόγμα του απαγορεύουν ή δεν αναγνωρίζουν τον όρκο, στη θέση του δίδεται διαβεβαίωση με επίκληση της τιμής και της συνείδησης του υπόχρεου σε ορκοδοσία. [Σπύρος Τρωιάνος 27 Απριλίου 2006 ΙΝΤΕΡΝΕΤ Ελευθερία Θρησκευτικής Συνείδησης]. Κατ’ άλλη επιεικέστερη εκδοχή, την οποία ακολουθούν ορισμένες σχετικά πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχουμε “βαθεία επέμβαση” σε συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία, όπως εδώ της θρησκευτικής ελευθερίας απαιτείται είτε τυπικός νόμος είτε διάταγμα ειδικής εξουσιοδότησης, [ΣΤΕ 2379/89 ΕΛΛ.ΔΙΚ.91/400, ΣΤΕ 39/91 ΕΔΔ 91/250, ΣΤΕ 2089/91 ΔιΔικ92/561, ΣΤΕ 2790/93 ΔιΔικ.94/1125]. Αποκλείονται έτσι οι υπόλοιπες κατηγορίες κανονιστικών πράξεων της διοίκησης που προβλέπονται στο άρθρο 43 Συντ. [Κ.Χρυσόγονος Ατομικά δικαιώματα 2002 σ.78,249]. Εξάλλου, οι ρυθμιστικοί των ατομικών δικαιωμάτων νόμοι, όπως είναι και εκείνοι που θεσπίζουν την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, εφόσον καθορίζουν το κανονιστικό περιεχόμενο συνταγματικών δικαιωμάτων, ούτε ανέλεγκτοι και απεριόριστοι είναι, ούτε επιβάλλονται μέσω διασταλτική ή αναλογικής ερμηνείας. Απαιτείται να είναι ειδικοί και να ερμηνεύονται στενά. Η σύνταξη επομένως ενόρκων βεβαιώσεων δεν είναι ελευθέρως επιτρεπτή, ούτε ο νόμος παρέσχε στη διοίκηση εν λευκώ εξουσιοδότηση να την απαιτεί από τους διοικούμενους επί παντός θέματος και άνευ ουδενός περιορισμού. [Β. Παππάς Ένορκοι βεβαιώσεις ΕΕΝ 33/436]. Η επιβολή, επομένως, από τα κρατικά όργανα της ορκοδοσίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από το νόμο είναι παράνομη, τόσον για τους υπαλλήλους που την αξιώνουν, όσο και για εκείνους που την δέχονται και την αξιοποιούν.

2) Ο νόμος


Κατά το άρθρο 1 του Ν. 1540/44 “περί ενόρκων βεβαιώσεων’’, κατά πάσαν περίπτωσιν καθ’ ην επιτρέπεται η χρησιμοποίησις ενόρκου βεβαιώσεως, αύτη δύναται να γίνη ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή ενώπιον ενός των συμβολαιογράφων της περιφερείας του Ειρηνοδικείου της κατοικίας ή διαμονής του ενδιαφερομένου ή των μαρτύρων”. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ‘‘κατά τας εν άρθρω 1 του παρόντος οριζομένας περιπτώσεις δέον να τηρώνται αι διατάξεις των άρθρ.177 – 194 του Οργανισμού. των Δικαστηρίων, ως ταύτα ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως’’. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιογράφος δεν έχουν γενική αρμοδιότητα να λαμβάνουν ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να προσκομίζονται από τους ενδιαφερόμενους στις δικαστικές ή σε άλλες εξωδικαστικές αρχές για την έκδοση απ’ αυτές, βάσει τούτων, σχετικών δικαστικών ή διοικητικών εγγράφων. Αντίθετα, η αρμοδιότητα των Ειρηνοδικών και των συμβολαιογράφων να δέχονται ένορκες βεβαιώσεις προσώπων περιορίζεται μόνον στις περιπτώσεις, όπου ειδικές διατάξεις προβλέπουν αυτές ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο σε ορισμένες αρχές, στις οποίες προσκομίζονται, για την εκτίμηση απ’ αυτές εννόμων σχέσεων και καταστάσεων και την έκδοση, ενόψει τούτων, των δικαστικών ή διοικητικών έγγραφων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Κατά συνέπεια, ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιογράφος προκειμένου να συντάξουν ένορκες βεβαιώσεις έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκομισθούν, να τις δεχθούν ως αποδεικτικό μέσο κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητάς τους.[ΑΠ.358/61]. Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύσεώς τους είναι και η υποχρέωσή τους να αναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσουν, το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμοδιότητά τους.

3) Χρησιμοποίηση ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων


Οι ένορκες βεβαιώσεις προβλέπονται ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στις εξής περιπτώσεις.

  1. Στην πολιτική δίκη οι ένορκες βεβαιώσεις υπό το καθεστώς της αυστηρής αποδείξεως με τα συνοδευτικά μέσα και τους διαδικαστικούς τύπους που προέβλεπε ο ΚΠΟΔ πριν από τη δικονομική μεταβολή που επήλθε με το Ν.2915/01, στο πολυμελές πρωτοδικείο και στα πλαίσια της τακτικής διαδικασίας δεν αποτελούσαν επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, αλλά μπορούσαν να εκτιμηθούν μόνον ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον ήταν επιτρεπτό το εμμάρτυρο μέσο. Είχαν όμως επιτραπεί στην τακτική διαδικασία ενώπιον των μονομελών πρωτοδικείων και των ειρηνοδικείων με το Ν.1478/84. Ήδη η χρήση τους προβλέπεται πλέον γενικώς στη νέα τακτική διαδικασία ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, συνεπώς και των πολυμελών πρωτοδικείων, υπό τις εξής τρεις προϋποθέσεις: 1) ότι δεν υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις, 2) ότι έχουν δοθεί από τη συζήτηση της υποθέσεως και 3) ότι λήφθηκαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠΟΔ. [ΑΠ.160/06]. Εκτιμώνται δε ελεύθερα από το δικαστή και από την εισηγητική έκθεση του Ν.2915/01 χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικό μέσο μη πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά τις ειδικές διαδικασίες χρησιμοποιούνται για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο, [άρθρο 591 παρ.1 περ.δ’ ΚΠΟΔ], στις μισθωτικές διαφορές, [άρθρο 650 παρ.1 ΚΠΟΔ], στις εργατικές διαφορές, [άρθρο 671 παρ.1 ΚΠΟΔ], και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας [άρθρο 681 ΚΠΟΔ] κλπ, εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής δυο προϋποθέσεις 1) να δόθηκαν πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και 2) ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες [ΑΠ.1525/04 ΕΛΛ.ΔΙΚ.05/755]. Αν οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν σε υπάρχουσα δίκη χωρίς να τηρηθούν οι από τα άρθρα 270 παρ.2, 650 και 671 ΚΠΟΔ τασσόμενες διατυπώσεις, στερούνται κύρους και θεωρούνται ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη όχι μόνον ως ίδιο αποδεικτικό μέσο προς άμεσον απόδειξη, αλλ’ ούτε και προς έμμεσο, δηλ. προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [ΑΠ.373/02‚ ΑΠ.1408/03 ΕΛΛ.ΔΙΚ. 04/1033, ΑΡΧ.ΝΟΜ.05/156].
  2. Στην ποινική δίκη, εφόσον σ’ αυτή, κατά το άρθρα 179 παρ.4 ΚΠΔ, επιτρέπονται κάθε είδους αποδεικτικά μέσα, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, ως περιέχουσες μαρτυρίες τρίτων εκτός δίκης, συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ιδιώνυμο και ιδιότυπο. Δεν υπάγονται ούτε στην κατηγορία των μαρτυρικών καταθέσεων, γιατί δεν λήφθηκαν με τις δικονομικές εγγυήσεις που τάσσονται από τον ΚΠΔ γι’ αυτές, ούτε στην κατηγορία των απλών εγγράφων μαρτυρίας, [όπως πχ. μια ιδιωτική επιστολή], λόγω του ότι πρόκειται για δημόσια μαρτυρία προσώπων. Η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο πρέπει να προκύπτει, σαφώς και να αντιδιαστέλλεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα απλά έγγραφα, αλλιώς η απόφαση που θα εκδοθεί είναι αναιρετέα για έλλειψη της απαιτούμενης από το σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας. Αν το δικαστήριο εκτιμήσει την ένορκη βεβαίωση ως μαρτυρική κατάθεση, πράγμα το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, ασκεί δικαιοδοσία που δεν του επιτρέπει ο νόμος και η απόφασή του αναιρείται για υπέρβαση εξουσίας. [ΑΠ.1642/02].
  3. Στον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας δεν επιτρέπονται. [ΣΤΕ 446/03 ΔΦΟΡΝ 2004/425, ΔΦΟΡΝ 2004/1014, ΔΕΕ 2004/603].
  4. Στη διοίκηση προβλέπονται στις εξής ενδεικτικά ειδικές περιπτώσεις
  • Για την απόδειξη των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων των υποψήφιων ή προσφερόντων για την ανάθεση εκτέλεσης δημόσιων έργων. [Ν.3389/05 άρθρο 15 παρ.3, Ν.3316/05 άρθρο 14 παρ.6, ΥΑ.282/05, ΟΔΓ 0018/20, Ν.3164/03].
  • Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας των μισθούμενων από το δημόσιο ακινήτων [Ν.3130/03 άρθρο 47 παρ.3].
  • Για την απόδειξη των επαγγελματικών προϊόντων των φαρμακοποιών [Ν206/47].
  • Για την απόδειξη των φυλών των αυτοχθόνων ζώων, [Α.Υ.Γ 108645/4020/20.03.2003 άρθρο 7].
  • Για την οικογενειακή κατάσταση των φοιτητών του Πανεπιστημίου του Αιγαίου [ΑΥΠ 108974/Β1-25-10-02].
  • Για την υπόδειξη της φθοράς και απώλειας των εκλογικών βιβλιαρίων [Ν.1516/85 άρθρο 23].
  • Για την εργασιακή κατάσταση των δικαιούχων οικονομικής ενίσχυσης ασθενών [Ν.1437/84 άρθρο 19 παρ.4].
  • Για την απόδειξη της ύπαρξης εγγυτέρων συγγενών προς εξεύρεση τον φόρου κληρονομιών [Ν.Δ.118/73 άρθρο 67 και ΑΥΟΙΚ 13061/22-10-73].
  • Για την απόδειξη του σήματος ως νέου [Ν.2239/54 άρθρα 9,13].
  • Για την υπόδειξη προϋπηρεσίας προς κανονισμό των συντάξεων [Π.Δ.163/85, άρθρο 4 παρ.5, ως αντικαταστ. με το 2 ΠΔ.214/89].
  • Για την βεβαίωση του χαμηλού εισοδήματος εκείνων που δικαιούνται να τύχουν δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας [άρθρο 2 Ν.3226/04].

4) Οι ανομιμοποίητες ένορκες βεβαιώσεις.


Η αξίωση της διοίκησης να της προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να τους εκδώσει, ενόψει τούτων, ορισμένα πιστοποιητικά, μολονότι ο ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν έχουν αναγορευθεί από το νόμο ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι παράνομη, αντισυνταγματική και αναποτελεσματική. α-Είναι παράνομη, γιατί έρχεται σε αντίθεση με το Ν.1540/44, που απένειμε στα δικαστικά αυτά πρόσωπα το δικαίωμα να δέχονται και να συντάσσουν ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον το δικαίωμά τους αυτό δεν τους το απένειμε γενικά, αλλ’ αυτό τον όρο ότι οι συντασσόμενες βεβαιώσεις επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές, στις οποίες θα προσκομισθούν ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητάς τους. Αν δεν προβλέπονται από το νόμο ότι θα χρησιμοποιηθούν ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται η σχετική αρμοδιότητά τους και, συνεπώς, η αποδοχή στην περίπτωση αυτή ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και η παραπέρα καθοιονδήποτε τρόπο αξιοποίησή τους είναι παράνομη. β-Είναι αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της θρησκευτικής ισότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας. Την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας την παραβιάζει διότι με το να απαιτεί η δίοκηση ένορκη βεβαίωση για την απόδειξη κάποιον γεγονότος θέτει Α PRIORI υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του διοικουμένου, τον μεταβάλλει σε μέσο για την απόδειξη συγκεκριμένου σκοπού και του ασκεί ηθικό εξαναγκασμό εξαναγκάζοντάς τον να προβεί σε πανηγυρική πράξη με την επίκληση του θείου για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Την αρχή της ισότητας την παραβιάζει διότι ξεχωρίζει χωρίς κανένα σοβαρό ιδιαίτερο λόγο, όσους ασπάζονται τη χριστιανική θρησκεία, σε αντίθεση με τους αθέους και τους οπαδούς άλλων θρησκειών, νια δώσουν ορισμένου τύπου θρησκευτικό όρκο. Και τέλος, παραβιάζει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, διότι εξαναγκάζει τον διοικούμενο να αποκαλύψει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και, προκειμένου για τον ορθόδοξο χριστιανό, να δώσει παρά τις πεποιθήσεις του θρησκευτικό όρκο ορισμένου τύπου [Ευάγγ.Κρουσταλλάκης ΔΙΚΗ 11/3, Αρ.Μάνεσης Ατομικές ελευθερίες 79/108, Κ.Δεσποτόπουλος Περί όρκου, ΕΦ.ΘΑΣΣΛ.3269/89 ΑΡΜ. 90/666, ΥΠΕΡ.91/637, Ν.Δημαράς Η αντισυνταγματικότητα του θρησκευτικού όρκου Δίκη 31/86, Καράκωστας Τα συνταγματικά θεμέλια της θρησκευτικής ελευθερίας ΔΙΚΗ 26/817]. Και το συμπέρασμα είναι ότι «η χρήση του όρκου καθ’ εαυτή προσβάλλει την ηθική υπόσταση του ανθρώπου και δη ευθέως την προσωπική του αξιοπρέπεια, παραβιάζει την ιδεολογική βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ενέχει καταφρόνηση της ελευθερίας των πολιτών», [Κ.Δεσποτόπουλος Περί όρκου ΝΔ.62/630] Είναι αναποτελεσματική, γιατί δεν προσδίδει το αναμενόμενο κύρος αξιοπιστίας που υποτίθεται ότι επιδιώκεται από τη διοίκηση με την αξίωση της συντάξεώς τους. Και τούτο για τους εξής λόγους. Η ένορκη βεβαίωση αξιώνεται αντί της απλής δήλωσης, για να επιστήσει την προσοχή σε εκείνον που προβαίνει σ’ αυτήν με την πανηγυρική επίκληση του θείου να καταθέσει την αλήθεια για περιστατικά του εκάστοτε αποδεικτέου θέματος, ώστε να εξασφαλισθεί η γνησιότητα από πλευράς περιεχομένου του δικαστικού ή του διοικητικού υπομνήματος που θα εκδοθεί βάσει αυτής ή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι εγγυήσεις της αξιοπιστίας παρέχονται τόσον λόγω του όρκου, ο οποίος για όσους πιστεύουν αποτελεί μέσο ηθικού καταναγκασμού στο να τους συγκρατήσει από την κατολίσθηση στο ψεύδος, [Ζησιάδης Ποιν.Δικον.77 σ.80], όσον και λόγω της τιμωρίας, η οποία απειλείται από την τέλεση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα [άρθρο 224 παρ,1,2 ΠΚ]. Κατά τον Χρ.Δέδε [Εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης 62/530] στα εγκλήματα τα σχετιζόμενα με την αποδεικτική διαδικασία πρέπει να εξετάζονται δύο απαραίτητα στοιχεία 1) η προσφορότητα της πράξεως να προκαλέσει τη διακινδύνευση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και 2) το ενδεχόμενο της διακινδύνευσης ορισμένης διαδικασίας, πράγμα που δε συντρέχει ασφαλώς εάν δεν υπάρχει πλήρες αποδεικτικό στοιχείο ή αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, [Συστημ.ερμηνεία Π.Κ.Ν. Ανδρουλάκη, Α.Μαγκάκη 97/29]. Η ένορκη όμως βεβαίωση που δίνεται στις περιπτώσεις που ο νόμος δεν την αναγνωρίζει ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη έννομη σχέση, δεν στοιχειοθετεί το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και, επομένως, δεν είναι εξοπλισμένη με τις ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται γι’ αυτή. Πράγματι, ο πυρήνας της εγκληματικής πράξεως της ψευδορκίας έγκειται στον κίνδυνο νοθεύσεως του αποδεικτικού υλικού, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί από το δικαστήριο ή και από άλλες αρμόδιες αρχές ως βάση για τη σύνταξη του συγκεκριμένου δικαστικού ή διοικητικού υπομνήματος. Η ψευδορκία δηλ. ενέχει σε αφηρημένο επίπεδο τη δυνατότητα βλάβης του συγκεκριμένου δικαστικού ή διοικητικού υπομνήματος. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται ως έγκλημα αφηρημένης ειδικής διακινδύνευσης. Κατά το άρθρο 224 παρ.1 και 2 ΠΚ η ψευδορκία είναι αξιόποινη μόνον όταν τελείται ενώπιον αρμόδιας προς ένορκη εξέταση αρχής. Απαραίτητο επομένως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος είναι η IN CONCRETO αρμοδιότητα της αρχής ενώπιον της οποίας δίνεται η ένορκη κατάθεση. Κατά συνέπεια, η κατάθεση που δίνεται ενώπιον αρχής, που δεν είναι από το νόμο αρμόδια για την υπό κρίση ένορκη εξέταση, δεν συνιστά το αδίκημα της ψευδορκίας. Στις περιπτώσεις που καθιερώνεται άλλη αρχή να παίρνει την ένορκη κατάθεση και άλλη να την εκτιμά απαιτείται να υπάρχει αρμοδιότητα και των δυο αρχών τούτων. Στις περιπτώσεις αυτές για να στοιχειοθετηθεί το αξιόποινο έγκλημα της ψευδορκίας απαιτείται η διπλή αρμοδιότητα της αρχής, τόσον εκείνης που θα πάρει την ένορκη κατάθεση, όσο και εκείνης, στην οποία πρόκειται θα προσκομισθεί και θα χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο [ΑΠ.1695/98 ΝΟΒ 99/662 ΠΧΡ.99/94, ΑΠ.2178/91 Π.ΧΡ.91/871 ΥΙΙΕΡ.91/398]. Αν μια από τις αρχές αυτές δεν είναι αρμόδια, δεν επέρχεται καμία διακινδύνευση της βλάβης του υπομνήματος που πρόκειται να εκδοθεί βάσει της ένορκης αυτής εξέτασης και κατά συνέπεια δεν μπορεί και πάλι να γίνει λόγος για τελειωμένο έγκλημα ψευδορκίας. [Λ.Μαργαρίτης Εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης 86 σ.57]. Οι διατάξεις δηλ. του άρθρου 224 παρ.1 και 2 χαρακτηρίζονται ως χωλοί ποινικοί νόμοι, δεδομένου ότι καθορίζουν μεν τα στοιχεία του εγκλήματος της ψευδορκίας διαδίκου και μάρτυρα, για τη συμπλήρωση όμως ορισμένων εξ αυτών παραπέμπουν σε άλλους κανόνες δικαίου, όπως στον ΚΠΔ και στον ΚΠΟΔ, οι οποίοι διευκρινίζουν πότε υπάρχει πολιτική δίκη και ποιόν θεωρούν ως διάδικο ή μάρτυρα ή τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες καθορίζουν πότε μια διοικητική αρχή μπορεί να χρησιμοποιήσει ως παραδεκτό αποδεικτικό μέσο τη δημόσια μαρτυρία [Συστ.Ερμ.ΠΚ Ν.Ανδρουλάκη κλπ. σ.37]. Οι Συμβολαιογράφοι και οι Ειρηνοδίκες αποτελούν αρμόδια προς ένορκη εξέταση αρχής κατά την κρατούσα στη θεωρία και στη νομολογία, αλλά και την ορθότερη άποψη, [Συστ.ερμηνεία του ΠΚ άρθρα 224-234 Ν.Ανδρουλάκης κλπ.97 σ.80], υπό τον περιορισμό όμως που περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.1540/44, εφόσον δηλ. από διάταξη ειδικού νόμου επιτρέπεται η ένορκη βεβαίωση να χρησιμοποιηθεί από αρμόδια αρχή. Ο όρος ‘‘επιτρέπεται’’ σημαίνει εδώ μόνον ό,τι προβλέπεται ειδικά. Δεν αρκεί δηλ. να απαγορεύεται απλά η χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, που ελήφθη ενώπιον του Συμβολαιογράφου ή του Ειρηνοδίκη, αλλά πρέπει να προβλέπεται ρητά και ειδικά. Γι’ αυτό κρίθηκε ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση εν σχέσει προς το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, θα πρέπει να περιέχεται σ’ αυτήν η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεώς της [ΑΠ.1695/98 ΝΟΒ/1999 (662), ΠΟΙΝΧΡ.99/942, ΑΠ.229/02] και να αναφέρεται επίσης ότι λήφθηκε νόμιμα υπόψη ως αποδεικτικό μέσο στην αρχή, στην οποία προσάγεται [ΑΠ.203/02 Δ/ΝΗ 993/1306, ΕΕΝ 93/313]. Διότι απονομή της δικαιοσύνης, που προσβάλλεται με την ψευδορκία, δεν επιτελεί ο συντάκτης της ενόρκου βεβαιώσεως. Ούτε αμέσως, ούτε εμμέσως. Συντρέχει δε έλλειψη νομίμου βάσης στην απόφαση, όταν δεν αναφέρει για ποιο λόγο ο συμβολαιογράφος κρίθηκε αρμόδια αρχή στη συγκεκριμένη περίπτωση [ΑΠ.395/66 ΠΧΡ.ΙΖ/35, ΑΠ256/87 ΠΧΡ.ΛΖ/413]. Επίσης, δεν τελεσιουργείται το αδίκημα, εάν η ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου πρόκειται να χρησιμοποιηθεί όχι ενώπιον οργάνου που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αρχή, πράγμα που συμβαίνει όταν αυτό [το όργανο] με σημείο αναφοράς το Σύνταγμα και τους νόμους έχει ιδιαίτερη δικαιοδοσία που ασκείται με διατακτική εξουσία, αλλ’ ενώπιον υπαλλήλων Ν.Π.Ι.Δ, όπως ενώπιον των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος [ΑΠ.1062/92 Π.ΧΡ. 92/805, ΥΠΕΡ.93/67 ή σε διαιτητές]. Από τις διατάξεις των άρθρων 100 και 114 του Π.Δ.497/91 Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο «Κώδικας Διαταγμάτων για τα Δημοτολόγια», των διατάξεων που ισχύουν και αναφέρονται στα δημοτολόγια, όπως καταρτίστηκε από την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 1 του Ν.1084/1980, (Α΄180), προβλέπεται η αρμοδιότητα των Δημάρχων και των Προέδρων Κοινοτήτων να εκδίδουν πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης των δημοτών τους. Από την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του ίδιου ΠΔ.42301/12168/28-6/12-7-95 Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, με την οποία καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την ενέργεια εγγραφών και μεταβολών στα δημοτολόγια, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν συμπεριλήφθηκαν στα απαιτούμενα αυτά δικαιολογητικά. Οι εκδοθείσες από τον Υπουργό Εσωτερικών σχετικές εγκύκλιες οδηγίες που απαίτησαν τις ένορκες βεβαιώσεις ως δικαιολογητικά εγγραφής στα Δημοτολόγια, όπως οι 101951/22-11-69 και Φ.96080/15352/23-12-02, δεν αποτελούν νόμο του κράτους, δεν θέτουν κανόνες δικαίου και δεν μπορεί με αυτές να δημιουργηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών [Μ.Στασινόπουλος Μαθήματα Διοκ.Δ.57 Σ.122]. Μόνον κατ’ εξαίρεση, οι προξενικές αρχές, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να εκδίδουν πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών των εγκατεστημένων και θανόντων στην αλλοδαπή Ελλήνων πολιτών, για τη θεμελίωση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής Ελλήνων υπηκόων, βάσει ενόρκων βεβαιώσεων τριών εγκρίτων πολιτών, εγκατεστημένων στην περιφέρειά τους [άρθρο 41 περ.ζ του Ν.2594/98 Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών, ΓΝΩΜ.712/96 ΝΣΚ]. Συνεπώς, οι ένορκες βεβαιώσεις δεν προβλέπονται από το νόμο ή από κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα για την εγγραφή και τις γινόμενες μεταβολές στα τηρούμενα από τους Οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως Δημοτολόγια.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι δημοτικές και κοινοτικές αρχές μπορούν να εκδίδουν πιστοποιήσεις και βεβαιώσεις που αναφέρονται στην προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των δημοτών τους, εφόσον τα βεβαιούμενα περιστατικά προκύπτουν 1) από στοιχεία που υπάρχουν στα αρχεία τους, 2) από την προσωπική αντίληψη των εκπροσώπων τους, 3) από τη σχετική έρευνα που οφείλουν να ενεργήσουν και 4) από υπεύθυνες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, που συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1599/86 και δεν επιτρέπεται να απαιτούν από τους ενδιαφερόμενους να τους προσκομίσουν εξώδικες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.1540/44.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής

Γράφει ο

ΣΙΜΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Τα βασικά χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά προβλήματα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015. Α΄ μέρος: έννοια, χαρακτηριστικά και αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων.

Τελευταία ενημέρωση με διορθώσεις-προσθήκες: 11.3.2016

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τακτικής διαδικασίας στα πολιτικά δικαστήρια, όπως διαμορφώνεται μετά το Ν. 4335/2015, είναι ο έγγραφος χαρακτήρας της. Προκειμένου να αντιμετωπισθεί μια και καλή το καρκίνωμα των αναβολών, που έχει ριζώσει βαθιά στη δικαστηριακή πρακτική, ο νομοθέτης προσπαθεί να χτυπήσει τη ρίζα του, που φαίνεται να εντοπίζει στην προφορικότητα της διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό η εμμάρτυρη απόδειξη, κατεξοχήν γνώρισμα της προφορικότητας, περιορίζεται δραστικά. Οι εναλλακτικές της που διέθετε ο νομοθέτης εκφράζουν αμφότερες την προπαρασκευή του αποδεικτικού υλικού πριν τη δικάσιμο της υπόθεσης και ήταν είτε η επαναφορά της διεξαγωγής αποδείξεων ενώπιον εισηγητή δικαστή είτε η ενίσχυση των ενόρκων βεβαιώσεων. Με την πρώτη επιλογή να έχει αποτύχει παταγωδώς ιστορικά, η δεύτερη αποτελούσε μονόδρομο. Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης αντικατέστησε τη μέχρι τότε διάσπαρτη και αποσπασματική ρύθμιση (προϊσχ. ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. β΄ & γ΄, 650 § 1 in f., 671 § 1 § 1 in f.) με νέα, ενιαία και συστηματικά οργανωμένη, που εισήγαγε με το άρθ. δεύτερο § 3 του άρθ. 1 καλά διαβάσατε, το άρθρο υποδιαιρείται σε … άρθρο Ν. 4335/2015 και συνίσταται στα ΚΠολΔ 421-424. Αν και η νέα ρύθμιση είναι αμφίβολο κατά πόσο υπερέχει της παλαιάς σε σαφήνεια και πληρότητα, η καλύτερη οργάνωση του νομοθετικού υλικού συνεισφέρει στην ερμηνεία του.

Το παρόν άρθρο δεν διεκδικεί δάφνες εξαντλητικής και πλήρως τεκμηριωμένης διά παραπομπών ερμηνείας. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η έννοια, τα χαρακτηριστικά, η αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Στο δεύτερο μέρος αναλύονται από τις επιμέρους ρυθμίσεις όσες αφορούν τον αριθμό και τα διαδικαστικά ζητήματα εκτός του περιεχομένου τους. Στο τρίτο μέρος αναλύεται η αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και το περιεχόμενο της τελευταίας, καθώς και το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη παράστασης δικηγόρου. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος θα εξεταστούν οι συνέπειες παράβασης των διατάξεων και οι συνέπειες του νέου νομοθετικού καθεστώτος.

Έννοια και χαρακτηριστικά

Ο νομοθέτης επιλέγει και πάλι τη διαδεδομένη και διόλου αδόκιμη λύση να μη διατυπώσει ορισμό επιτρέποντας τη συναγωγή του από τις σχετικές ρυθμίσεις. Με βάση αυτές, ένορκη βεβαίωση χαρακτηρίζεται το δημόσιο έγγραφο που προέρχεται από ορισμένη δημόσια αρχή (ΚΠολΔ 421, «… ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. ..») και περιέχει μαρτυρική κατάθεση (ΚΠολΔ 421, «.. του μάρτυρα») που λαμβάνεται χωρίς την υποβολή ερωτήσεων (εξ αντιδιαστολής ΚΠολΔ 423 § 1, συνδ. ΚΠολΔ 422 § 2 & 409 § 3).

Βασικό χαρακτηριστικό της ένορκης βεβαίωσης και ειδοποιός της διαφορά από τη συνήθη μαρτυρική κατάθεση δεν είναι τόσο ο έγγραφος χαρακτήρας, όπως πολλοί υποστηρίζουν. Η μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο λαμβάνει έγγραφη αποτύπωση (ΚΠολΔ 410), όπως και καθετί άλλο λαμβάνει χώρα στη διαδικασία ενώπιον ακροατηρίου (ΚΠολΔ 256 § 1 περ. δ΄), συμπεριλαμβανομένων της πραγματογνωμοσύνης, της εξέτασης των διαδίκων και της αυτοψίας επ’ ακροατηρίου (ΚΠολΔ 359 § 1 περ. α΄), με αποτέλεσμα η δίκη να μην είναι κατά βάση προφορική στη διεξαγωγή της, όπως εσφαλμένως υποστηρίζεται, αλλά έγγραφη. Από τη στιγμή που η απόφαση συντάσσεται εγγράφως (ΚΠολΔ 304 & 306 § 1) μετά τη σχετική συζήτηση (ΚΠολΔ 300) και φέρει αιτιολογία (ΚΠολΔ 305 αριθ. 5, προϊσχ. ΚΠολΔ 305 αριθ. 4), η τελευταία, αναγκαστικά, αποτελεί την έκθεση ενός λογικού συλλογισμού όχι στη βάση φευγαλέων εντυπώσεων, αλλά συγκεκριμένων αποδεικτικών λόγων, που προκύπτουν από τη σχετική τεκμηρίωση. Η αναγκαιότητα της συσχέτισης της αιτιολογίας με την αντίστοιχη έγγραφη αποτύπωσή της είναι που ανάγει σε αναιρετικούς λόγους, δηλ. λόγους ελέγχου σε κάθε περίπτωση ως νομικά ζητήματα, τις πλημμέλειες της απόφασης σχετικά με την ύπαρξη ή μη των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΚΠολΔ 559 αριθ. 8 & 560 αριθ. 5, ΚΠολΔ 559 αριθ. 10 & 11). Αυτό που διαφοροποιεί την ένορκη βεβαίωση από τη μαρτυρική κατάθεση είναι η μονομερής διαμόρφωσή της από τον καταθέτοντα, χωρίς συμβολή με ερωτήσεις ούτε καν από αυτόν που τον εξετάζει, λόγος για τον οποίο μοιάζει με πιστοποίηση και δικαιολογεί την ονομασία της.

Αποδεικτική χρησιμότητα

Η μονομέρεια της διαμόρφωσης της ένορκης βεβαίωσης σε συνδυασμό με την ανεύρεση των μαρτύρων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο στο πλαίσιο του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106) και η δικαστηριακή πρακτική της προδιατύπωσης του κειμένου της ένορκης βεβαίωσης έχει οδηγήσει πολλούς στην αμφισβήτηση της αποδεικτικής της αξίας με το επιχείρημα της διευκόλυνσης της ψευδορκίας, που κατ’ αυτούς καταρρίπτεται στην εξέταση επ’ ακροατηρίου. Ωστόσο, η θέση αυτή πάσχει από πλευράς τεκμηρίωσης.

Τα νομολογιακά δεδομένα δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ψευδορκίας λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο των κλασικών μαρτυρικών καταθέσεων, κάτι ασυμβίβαστο με τη φερόμενη αποδεικτική μειονεξία των ενόρκων βεβαιώσεων[1].

Δυνατότητα επηρεασμού του μάρτυρα υπάρχει κατεξοχήν στη διαδικασία στο ακροατήριο, όπου ο συνήγορος του διαδίκου που τον καλεί μπορεί να τον κατευθύνει με υποβολιμαίες ερωτήσεις, πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη. Προς αντίκρουση αυτού υποστηρίζεται ότι η δυνατότητα ελέγχου του μάρτυρα είναι μεγαλύτερη στις ένορκες βεβαιώσεις, καθώς εκεί η προδιατύπωση επιτρέπει στον πληρεξούσιο δικηγόρο κυριολεκτικά να βάζει στο στόμα του μάρτυρα αυτά που θέλει ο ίδιος.

Η αποδοκιμασία των ενόρκων βεβαιώσεων ως φύσει ψευδών απορρέει από τη διαδεδομένη αντίληψη, ιδίως μεταξύ μεσηλίκων δικηγόρων του περασμένου αιώνα, ότι και στη δικηγορία «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» ή, με άλλα λόγια, ότι μπορεί να ασκείται χωρίς ιδιαίτερους νομικούς ή ηθικούς φραγμούς. Πέραν του ευτελούς της θέσης αυτής και της έλλειψης επαγγελματισμού όσων την ασπάζονται, η υιοθέτησή της καταδεικνύει περισσότερο την απουσία αποτελεσματικής εποπτείας στον κύκλο των δικηγόρων, με ευθύνη των επιφορτισμένων σε αυτήν σε κάθε επίπεδο, παρά το εγγενές ελάττωμα του αποδεικτικού μέσου. Για όσους θεωρούν ότι ο δικηγόρος θα παρανομήσει ίσαμε εκεί που μπορεί χωρίς να αποκαλύπτεται, ανεξαρτήτως του ότι τον υποβιβάζουν – ενδεχομένως και τους ίδιους – σε έναν εκ πεποιθήσεως επαγγελματία στρεψόδικο, δεν λαμβάνεται υπόψη ότι εξίσου πρόσφορα μέσα για τη μη απονομή του δικαίου είναι οι ψευδείς ισχυρισμοί, η απόκρυψη εγγράφων, ιδίως των μοναδικών ή των σχετικά απρόσιτων, και οι ψευδείς εξηγήσεις των διαδίκων. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο ότι στην ίδια αντίληψη οφείλεται η διάδοση της απάτης επί δικαστηρίου και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, πολλές φορές με συμμετοχή δικηγόρων.

Ότι οι εν λόγω επίορκοι κατ’ όνομα λειτουργοί μένουν ατιμώρητοι από τα πειθαρχικά όργανα μέχρις ότου καταδικαστούν αμετάκλητα είναι ενδεικτικό της διάθεσης των ιθυνόντων για την εφαρμογή της επαγγελματικής δεοντολογίας, ακόμη και στις πλέον προφανείς περιπτώσεις. Η ατιμωρησία, όμως, των εμπλεκόμενων με ένα αποδεικτικό μέσο και η δυνατότητα αλλοίωσής του δεν είναι λόγος αποκλεισμού του. Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα έπρεπε καν να διεξάγονται δίκες, αφού και τα έγγραφα είναι δεκτικά πλαστογραφίας και οι πραγματογνώμονες μπορούν να ψευσθούν, περιστατικά για το οποία ουκ ολίγοι καταδικάστηκαν. Το πραγματικό πρόβλημα στις ένορκες βεβαιώσεις για όσους τις αποδοκιμάζουν βρίσκεται αλλού.

Η εισαγωγή των ενόρκων βεβαιώσεων ως βασικού τρόπου διεξαγωγής των μαρτυρικών καταθέσεων αποκλείει τις αναβολές, τόσο με πρόσχημα την αδυναμία των μαρτύρων όσο και με σκοπό την ταλαιπωρία των αντίστοιχων του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης αναβαθμίζεται, διότι αποτρέπεται ο κίνδυνος ερωτήσεων παραπειστικών, άσκοπων ή εκτός θέματος, που ναι μεν απαγορεύονταν (ΚΠολΔ 409 § 3), αλλά ήταν άκρως διαδεδομένες στην πράξη κι οδηγούσαν σε χρονοτριβή. Η ευθύνη του μάρτυρα αυξάνεται: ο χρόνος περίσκεψης, αυξημένος στην έγγραφη κατάστρωση της κατάθεσής του, δεν δικαιολογεί την επίκληση παρεξηγήσεων στην κατανόηση του ζητήματος ή επιπόλαιων απαντήσεων λόγω έλλειψης του αναγκαίου χρόνου σκέψης, η δε εύλογη απαίτηση για ακριβολογία εκ των πραγμάτων γίνεται εντονότερη. Η αυξημένη ευθύνη του μάρτυρα περιορίζει τον κίνδυνο ψευδομαρτύρων, αφού κατά την κοινή πείρα ευκολότερα κανείς συναινεί στην προφορική κατάθεση, συνδέοντάς την με κάτι το εφήμερο και φευγαλέο, παρά στην έγγραφη δέσμευση που, ως τέτοια, οδηγεί σε διαρκή δέσμευση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Νομολογιακή έρευνα της 16.2.2016 στη βάση δεδομένων Nomos με αναζήτηση νομολογίας καταχωρημένης υπό τη διάταξη για την ψευδορκία (ΠΚ 224). Σύνολο αποφάσεων 904. εξειδίκευση με κριτήριο «ένορκ*»[η] «βεβαίω*»[ση], αποφάσεις 236, δηλ. 26,1% του συνόλου.

Γράφει ο

ΣΙΜΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Τα βασικά χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά προβλήματα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015. Β΄ μέρος: αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων, αρμόδια αρχή για τη λήψη τους, προθεσμία & περιεχόμενο κλήσης.

Τελευταία ενημέρωση με διορθώσεις-προσθήκες: 7.3.2016

Με το Ν. 4335/2015 ο νομοθέτης περιόρισε την προφορική διαδικασία στο ακροατήριο. Για να επιτύχει αυτό, επεξέτεινε την προαπόδειξη στις εμμάρτυρες καταθέσεις, που, με τη σειρά τους, λαμβάνονται εκτός ακροατηρίου, με τη μορφή ενόρκων βεβαιώσεων. Στο πρώτο μέρος του άρθρου περιγράφηκαν η έννοια, τα χαρακτηριστικά, η αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων. Στο παρόν, δεύτερο μέρος αναλύονται από τις επιμέρους ρυθμίσεις όσες αφορούν τον αριθμό και τα διαδικαστικά ζητήματα εκτός του περιεχομένου τους. Στο επόμενο, τρίτο μέρος αναλύεται η αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και το περιεχόμενο της τελευταίας, καθώς και το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη παράστασης δικηγόρου. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος θα εξεταστούν οι συνέπειες παράβασης των διατάξεων και οι συνέπειες του νέου νομοθετικού καθεστώτος.

Αρμοδιότητα

Η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται ενώπιον ορισμένων δημόσιων αρχών, ήτοι, κατά ΚΠολΔ 421 «ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα». Λειτουργικά αρμόδιες δημόσιες αρχές είναι αποκλειστικώς ο ειρηνοδίκης, ο συμβολαιογράφος και ο πρόξενος. Τοπικά αρμόδιες είναι οι ορισμένες αρχές της έδρας του δικαστηρίου, που, ως εκείνο στο οποίο προσάγεται το αποδεικτικό μέσο, είναι αυτό στο οποίο εκκρεμεί η δίκη στην οποία προσάγεται η ένορκη βεβαίωση, της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρα. Η κατοικία για την οποία γίνεται λόγος δεν διαφοροποιείται από εκείνη των ΚΠολΔ 22 & 23, οπότε πρέπει να ταυτιστεί με αυτές και, με τη σειρά της, με το ΑΚ 51, δηλ. είναι ο μοναδικός «τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης» με τη θέληση αυτού που το διαθέτει, πλην των επαγγελματιών, όπου είναι ο τόπος άσκησης του επαγγέλματος (ΚΠολΔ 23 § 2).

Η διαμονή εμφανίζεται περισσότερο προβληματική. Υπαγωγή της περιστασιακής διαμονής στο κανονιστικό εύρος της έννοιας θα αναιρούσε την οριοθέτηση της αρμοδιότητας, αφού αυτή θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί οπουδήποτε λόγω της παρουσίας του μάρτυρα. Αναγκαία, λοιπόν, η έννοια της διαμονής διαθέτει στενότερο περιεχόμενο, που συμπίπτει με εκείνο στα ΚΠολΔ 23 § 1 & 38 και αντιστοιχεί με το ΑΚ 53, δηλ. τον τόπο της διαρκούς μη μόνιμης εγκατάστασης. Αν και η διατύπωση του ΚΠολΔ 421 δεν καθιερώνει επικουρικότητα, η εννοιολογική ταύτιση της διαμονής με τα ΚΠολΔ 23 § 1, 38 & ΑΚ 53 επιβάλλει την ενεργοποίηση της τοπικής αρμοδιότητας της διαμονής κατά σειρά, πρώτον για το πρόσωπα διαμονής μακρότερης διάρκειας του ΚΠολΔ 38, όπου η μακρότερη διαμονή υποκαθιστά ουσιαστικά την κατοικία κι έπειτα για τα πρόσωπα άνευ ή άγνωστης κατοικίας του ΚΠολΔ 23 § 1. Οι συνέπειες της παραβίασης της τοπικής αρμοδιότητας εξετάζονται στο τέλος.

Προηγούμενη κλήση και λειτουργία της

Η ένορκη βεβαίωση δεν αρκεί να λαμβάνεται ενώπιον της ορισμένης δημόσιας αρχής, αλλά πρέπει ο ή οι αντίδικοι να κλητεύονται σχετικά (ΚΠολΔ 422 § 1), κάτι που πέρα από την προαναφερθείσα διάταξη απορρέει από το δικαίωμα των διαδίκων να παρίστανται σε κάθε διαδικαστική πράξη, δικαίωμα που κατοχυρώνεται στα ΚΠολΔ 112 & 114 § 1. Η κλήτευση, ως πτυχή του δικαιώματος άμυνας, αφορά, όμως, μόνο τους αντιδίκους, καθώς οι ομόδικοι δεν νομιμοποιούνται ως μη έχοντες έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68), τη δε γνώση τους εξασφαλίζει το κοινό των αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 346).

Τα προϊσχ. ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ΄, 650 § 1 in f. & 671 § 1 in f. ανέφεραν «κλήτευση», ενώ το ΚΠολΔ 421 «κλήση». Επειδή ο σκοπός της γνωστοποίησης παραμένει ο ίδιος, δεν δικαιολογείται απόκλιση στα μέσα ικανοποίησής του, αφού ο νόμος δεν λαμβάνει ρητή θέση ούτε αναφύεται πρόσθετη αναγκαιότητα. Η επιδιδόμενη κλήση, ως μέσο γνωστοποίησης, δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, εφόσον πληροί τις ελάχιστες κατά νόμο προϋποθέσεις. Για το λόγο αυτό, η κλήση δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνεται σε αυτοτελή, εξώδικη γνωστοποίηση, αλλά μπορεί να περιλαμβάνεται σε κάθε επιδιδόμενο έγγραφο στον αντίδικο, όπως, μεταξύ άλλων, η κλήτευση επί του αντιγράφου της αγωγής (228 & 237 § 1 περ. β΄), με το δικόγραφο της παρέμβασης (ΚΠολΔ 81), της ανταγωγής (ΚΠολΔ 268 § 4), των πρόσθετων λόγων ανακοπής (ΚΠολΔ 585 § 2 εδ. β΄).

Περιεχόμενο της κλήσης

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Στο περιεχόμενο της κλήσης σε ένορκη βεβαίωση πρέπει να διακρίνουμε αυτό που είναι κοινό με κάθε άλλο δικόγραφο κι εκείνο που είναι ιδιαίτερο στο συγκεκριμένο. Το περιεχόμενο που είναι κοινό με κάθε άλλο δικόγραφο καθορίζεται στα ΚΠολΔ 118 & 119 § 1, ενώ το ιδιαίτερο περιεχόμενο καθορίζεται στο ΚΠολΔ 422. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της κλήσης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.

Κοινό περιεχόμενο

Σύμφωνα με το ΚΠολΔ 118:

«Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν:

1) το δικαστήριο ή τον δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη,

2) το είδος του δικογράφου,

3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους,

4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και

5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.»

Η κλήση σε ένορκη βεβαίωση αποτελεί δικόγραφο διότι ενσωματώνει διαδικαστική πράξη, καθώς τα έννομα αποτελέσματα αυτής επέρχονται στο πεδίο της πολιτικής δικονομίας. το ελάχιστο περιεχόμενο του δικογράφου, όπως τυποποιείται στο ΚΠολΔ 118, σκοπό έχει την επαρκή πληροφόρηση αφενός του αρμόδιου δικαστηρίου για το αντικείμενο της πράξης, ώστε να μπορεί να εκφραστεί δικανική κρίση, αφετέρου του αντιδίκου, όπου υπάρχει, για να μπορεί να αμυνθεί σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων τη διενέργειά της. Για το λόγο αυτό αφενός η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και συμπληρώνεται κατά περίπτωση από άλλες διατάξεις (βλ. ιδίως ΚΠολΔ 119, 216, 217, 467, 473, 505, 520, 547, 566, 585 § 2, 688, 933 § 1, 935) και αναλογικά κατά το σκοπό της, αφετέρου δεν είναι τυπική, υπό την έννοια ότι εσφαλμένες ή ελλιπείς αναφορές δεν παραβλάπτουν το κύρος της πράξης, εφόσον από αυτήν ή συνοδευτικές πράξεις συνάγεται το αντικείμενο της – έτσι η προϋπόθεση του ΚΠολΔ 118 αριθ. 4 αποκτά καίρια σημασία – κι εκείνοι προς τους οποίους απευθύνεται ή αφορά.

Εφαρμόζοντας τα παραπάνω στο πλαίσιο της κλήσης σε ένορκη βεβαίωση, αυτή θα πρέπει να αναφέρει τα ακόλουθα:

α) Το δικαστήριο διεξαγωγής της διαδικαστικής πράξης, δηλ. τον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα ληφθεί αυτή (ΚΠολΔ 118 αριθ. 1) και κατ’ αναγκαία αναλογία αυτού με βάση το σκοπό της ρύθμισης το συμβολαιογράφο. Η αναφορά δεν απαιτείται να γίνεται ονομαστικά, αφενός γιατί κρίσιμη είναι η ύπαρξη της ιδιότητας κι όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, αφετέρου ενόψει της αναφοράς του τόπου και χρόνου λήψης της ένορκης βεβαίωσης, για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω.

β)Το είδος του δικογράφου (ΚΠολΔ 118 αριθ. 2), όταν η κλήση γίνεται αυτοτελώς, διότι, όταν ενσωματώνεται σε άλλο δικόγραφο αυτό παρέλκει λόγω του χαρακτηρισμού του τελευταίου, όπως έγινε ήδη λόγος παραπάνω. Ως προς το χαρακτηρισμό στην αυτοτελή κλήση, τούτος δεν είναι τυποποιημένος, π.χ. «Εξώδικη γνωστοποίηση με πρόσκληση σε ένορκη βεβαίωση», «Κλήση σε ένορκη βεβαίωση» ή απλώς «Κλήση» είναι χαρακτηρισμοί που ικανοποιούν την προϋπόθεση του νόμου.

γ) Για την εξατομίκευση του διαδίκου ισχύουν τα γνωστά για κάθε δικόγραφο, που αναφέρει η διάταξη, με την επισήμανση ότι πλέον είναι αναγκαία η προσθήκη του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ 188 με το άρθ. πρώτο § 2 του άρθ. 1 Ν. 4335/2015 η γενική ρύθμιση του ΚΠολΔ 118 αριθ. 3 ταυτίζεται με εκείνη του ΚΠολΔ 119 § 1 εδ. α΄, που πλέον περιττεύει[1]. Το σημείο που χρήζει προσοχής είναι ότι η μνεία του Α.Φ.Μ. αφορά καταρχήν μόνο τον καλούντα κι όχι τον αντίδικο. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο προς ον η κλήση εξατομικεύται επαρκώς και χωρίς αυτόν και ότι ο καλών δεν έχει την υποχρέωση να γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. του αντιδίκου του, εφόσον δεν του έχει ήδη γνωστοποιηθεί, γιατί, ως στοιχείο, δεν είναι κατά βάση δημοσίως προσιτό. Εξάλλου, η συλλογιστική της διάταξης έγκειται στη γνωστοποίηση του Α.Φ.Μ. κάθε μέρους προς το άλλο (πρβλ. ΚΠολΔ 119 § 1) και ως τέτοια δικαιολογεί τη μη αναγραφή του Α.Φ.Μ. του αντιδίκου.

δ) Αναφορικά με το περιεχόμενο, αυτό ορίζεται ειδικά στο ΚΠολΔ 422, που αναπτύσσεται παρακάτω. Προστίθεται μόνο η αναγκαιότητα της παραγγελίας επίδοσης επί αυτοτελούς κλήσης, διότι επί κλήσης που περιέχεται σε άλλο επιδιδόμενο δικόγραφο η παραγγελία θα περιέχεται για την επίδοση αυτού.

ε) Χρονολογία και υπογραφή. Τονίζεται ότι ο τόπος σύνταξης της πράξης, στοιχείο σύνηθες στην πρακτική, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου και, συνεπώς, η παράλειψη ή εσφαλμένη αναγραφή του ελλείψει σχετικής πρόβλεψης δεν προκαλεί απαράδεκτο ή ακυρότητα. Όταν η κλήση υπογράφεται από δικηγόρο, αρκεί η θέση της σφραγίδας του, η οποία περιέχει τα ονοματικά του στοιχεία και τη διεύθυνση της επαγγελματικής του κατοικίας. Επειδή η αναγραφή της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απαιτείται μόνο στα συγκεκριμένα δικόγραφα του ΚΠολΔ 119 § 1, χάριν της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων (ΚΠολΔ 119 § 4) και γνωστοποίησης της δικασίμου στην τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 239 § 4 εδ. στ΄), η μνεία της στην κλήση της ένορκης βεβαίωσης δεν είναι καν αναγκαία και, φυσικά, η παράλειψη της αναγραφής της δεν είναι προκαλέσει απαράδεκτο ή ακυρότητα. Το ζήτημα του υποχρεωτικού ή μη της παράστασης δικηγόρου αναπτύσσεται στο επόμενο μέρος.

Ιδιαίτερο περιεχόμενο

Εκεί που επέρχονται σημαντικές αλλαγές είναι στο περιεχόμενο της κλήτευσης. Εδώ αφενός εισάγονται πάγιες ερμηνευτικές λύσεις, αφετέρου λαμβάνεται απόσταση από ορισμένες. Κατά το ΚΠολΔ 422 η «κλήση» αναφέρει τουλάχιστον:

α) «την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί». Αυτά, χωρίς να αναφέρονται ρητά στο προϊσχύσαν δίκαιο, γινόταν δεκτό ότι πρέπει να αναφέρονται ως αναγκαία λογικά στοιχεία και με βάση τα γενικώς ισχύοντα για τις διαδικαστικές πράξεις (πρβλ. ΚΠολΔ 357, προϊσχ. ΚΠολΔ 229).

β) Ακόμα πρέπει να αναφέρεται «το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα». Το πατρώνυμο δεν απαιτείται από τη διάταξη, όπως δεν απαιτείται και από το ΚΠολΔ 407 που προφανώς αποτέλεσε το πρότυπό της, πρέπει, όμως, να θεωρηθεί αναγκαίο κατ’ αναλογία του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ ενόψει του συχνού στην πράξη φαινομένου συγγενών που κατοικούν στην ίδια διεύθυνση κι ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις η εξατομίκευση του μάρτυρα δεν απαιτούνταν. Πλέον αυτό εισάγεται ρητά ενόψει της ρητής κατοχύρωσης της εναντίωσης στην εξέταση που, ως αμυντικό δικαίωμα, προϋποθέτει σχετική γνώσει. Έχει υποστηριχθεί εσχάτως ότι η γνωστοποίηση της διεύθυνσης κατοικίας του μάρτυρα τον καθιστά προκαταβολικά ευάλωτο σε πιέσεις κι, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η αναγραφή της. Ωστόσο, η αναγραφή της διεύθυνσης προβλεπόταν ήδη στις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της διοικητικής δικονομίας (ΚΔΔ 185 § 2) εδώ και πάνω από 15 χρόνια, κατά τα οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί κατάχρηση της σχετικής εξουσίας καταρρίπτοντας το σχετικό ενδοιασμό.

Αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων και προθεσμία κλήσης

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων αυξάνεται και συγκεκριμενοποιείται. Από «τρεις για κάθε πλευρά» που όριζε τοι προϊσχ. ΚΠολΔ. 270 § 2 εδ. γ΄, ορισμός που ως αναφερόμενος στο σύνολο των ομοδίκων ήγειρε ζήτημα ισότητα των καθ’ έκαστον διαδίκων, αυξάνεται πλέον σε «πέντε (5) για κάθε διάδικο» (ΚΠολΔ 422 § 3). Ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων για την αντίκρουση ορίζεται σε τρεις ανά διάδικο (ΚΠολΔ 422 § 3) από τρεις ανά πλευρά (προϊσχ. ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. δ΄).

Η ελάχιστη προθεσμία κλήτευσης εμφανίζει διακυμάνσεις. Στο προϊσχύσαν δίκαιο η προθεσμία διέφερε αναλόγως της διαδικασίας και του αν η βεβαίωση θα δινόταν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό· στην τακτική διαδικασία, κι όπου αλλού εφαρμοζόταν η ίδια διάταξη, οριζόταν προθεσμία μακρότερη των ειδικών διαδικασιών κυμαινόμενη αναλόγως του τόπου λήψης (προϊσχ ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ΄: 2 εργάσιμες στη λήψη στην Ελλάδα, 8 ημερολογιακές ημέρες στο εξωτερικό), ενώ στις ειδικές διαδικασίες αυτή ήταν ενιαία (προϊσχ. ΚΠολΔ 650 § 1 in f. & 671 § 1 in f.: 24 ώρες). Πλέον η προθεσμία ορίζεται ενιαία για όλες τις διαδικασίες κι αδιακρίτως του τρόπου λήψης και είναι για την κοινοποίηση της κλήσης αυτή που ίσχυε στην τακτική διαδικασία για τις ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονταν στο εσωτερικό: «δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση» (ΚΠολΔ 422 § 1).

Ο νόμος κάνει λόγο για επίδοση «δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση». Με την ημέρα της επίδοσης να μην υπολογίζεται (ΚΠολΔ 144 § 1) και τη συμπλήρωση των ημερών να γίνεται «πριν από την βεβαίωση», που σημαίνει ότι η ημέρα της βεβαίωσης δεν υπολογίζεται, η διατύπωση σημαίνει, με άλλα λόγια, τη μεσολάβηση δύο εργάσιμων ημερών μεταξύ της ημέρας επίδοσης και της ημέρας λήψης της ένορκης βεβαίωσης, η οποία, όπως γίνεταιδεκτό, δεν μπορεί να ταυτίζεται με εκείνη της δικασίμου. Υπενθυμίζεται ότι οι προθεσμίες υπολογίζονται κατά ΚΠολΔ 144 § 1 πάντοτε προς τα εμπρός («από την επομένη», ΚΠολΔ 144 § 1), ανεξαρτήτως αν ο νόμος αναφέρεται σε αυτές με αναφορά στο παρελθόν («πριν») ή στο μέλλον («μετά», «εντός … από»). Έτσι για την εύτ. Καθώς, πέραν της παραδοσιακής αργίας της Κυριακής και το Σάββατο αναγνωρίζεται πλέον ως αργία (ΚΠολΔ 144 § 3), αίροντας τη νομολογιακή διάσταση κατά πόσον κριτήριο της αργίας είναι η τήρησή της από τα δικαστήρια ή τους ιδιώτες, στη συνήθη εργάσιμη εβδομάδα των 5 ημερών, δηλ. χωρίς άλλες αργίες, ισχύουν τα ακόλουθα για τις ημέρες κοινοποίησης κλήσης προς ένορκη βεβαίωση και λήψης της.

Ημέρα κοινοποίησης κλήσης Ημέρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης
Δευτέρα Πέμπτη της ίδιας εβδομάδας
Τρίτη Παρασκευή          »
Τετάρτη Δευτέρα της επόμενης εβδομάδας
Πέμπτη Τρίτη                    »
Παρασκευή Τετάρτη                »

Εφαρμογή όσων αναφέρθηκαν μπορεί να δει κανείς στο υπόδειγμα εξώδικης κλήσης σε ένορκη βεβαίωση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο πλεονασμός αυτός δεν είναι η μόνη άστοχη ρύθμιση στον τροποποιημένο ΚΠολΔ.

Γράφει ο

ΣΙΜΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Τα βασικά χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά προβλήματα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015. Γ΄ μέρος: αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, περιεχόμενο ένορκης βεβαίωσης, παράσταση δικηγόρου.

Ο ρόλος των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη αναβαθμίστηκε σε πρακτικό επίπεδο με το Ν. 4335/2015, σε συνέχεια της αναγνώρισής τους που είχε ήδη ξεκινήσει από το Ν. 2915/2001, κάτι που δεν λαμβάνεται υπόψη από τους επικριτές τους. Στο πρώτο μέρος του άρθρου περιγράφηκαν η έννοια, τα χαρακτηριστικά, η αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων. Στο δεύτερο μέρος αναλύθηκαν από τις επιμέρους ρυθμίσεις όσες αφορούν τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, την προθεσμία κλήσης, το περιεχόμενο της τελευταίας και την αρμόδια αρχή για τη λήψη τους. Στο τρίτο μέρος αναλύεται η αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και το περιεχόμενο της τελευταίας, καθώς και το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη παράστασης δικηγόρου. Στο επόμενο, τέταρτο και τελευταίο μέρος, θα εξεταστούν οι συνέπειες παράβασης των διατάξεων και οι συνέπειες του νέου νομοθετικού καθεστώτος.

Αίτηση και στοιχεία μάρτυρα

Για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή προξένου απαιτείται αίτηση, διότι πρόκειται για διενέργεια διαδικαστικής πράξης ενώπιον δικαστικής αρχής, που ως τέτοια ενεργεί μόνο κατόπιν αίτησης (ΚΠολΔ 106), κάτι που δεν απαιτείται για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου. Στην πράξη η αίτηση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης υποβάλλεται λίγο πριν ή ταυτόχρονα με τη λήψη της τελευταίας. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της αίτησης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.

Η αίτηση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης κατατίθεται στον ειρηνοδίκη ή πρόξενο και φέρει τα στοιχεία που απαιτούνται για την αντίστοιχη κλήση, που αναλύθηκαν στο προηγούμενο μέρος. Στα στοιχεία αυτά, που απαιτούνται για την ταυτότητα του νομικού λόγου, συμπεριλαμβάνεται «η αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση», που προβλέπεται στο ΚΠολΔ 422 § 1, όχι όμως στο ΚΠολΔ 423.

Προσθήκη στα παραπάνω αποτελούν τα σχετικά με τα στοιχεία του μάρτυρα. Σχετικά με αυτά δεν εφαρμόζεται το ΚΠολΔ 422 § 1, που αναφέρεται αποκλειστικά στη σχετική κλήση, αλλά το ΚΠολΔ 407. Στο ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα, στοιχεία κοινά με το ΚΠολΔ 422 § 1, πρέπει να προστεθεί ο τόπος γέννησης και η ηλικία, κατά ΚΠολΔ 407, καθώς και το πατρώνυμο και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Ως προς την ηλικία αυτή έχει επικρατήσει να προσδιορίζεται στην πράξη εμμέσως, δηλ. με αναφορά στη χρονολογία γέννησης, κι όχι ευθέως, δηλ. με την αριθμητική διαφορά της χρονολογίας γέννησης από την τρέχουσα χρονολογία, χωρίς όμως κάποιος από τους δύο τρόπους, όντας ισοδύναμοι, να προκαλεί ελάττωμα.

Το πατρώνυμο και ο Α.Φ.Μ. δεν προϋποτίθενται κατά ΚΠολΔ 407. Επειδή η ένορκη βεβαίωση αποτελεί έκθεση, δηλ. διαδικαστικό έγγραφο που συντάσσεται από δημόσια αρχή για την πιστοποίηση δικών της ενεργειών, εφαρμόζεται για τη σύνταξή της το ΚΠολΔ 117, κατά το οποίο πατρώνυμο και Α.Φ.Μ. Καθώς η εξατομίκευση στην ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να υπολείπεται εκείνης στην αίτησή της χάριν λογικής συνέπειας, έπεται ότι το πατρώνυμο και ο Α.Φ.Μ. είναι αναγκαία και στην αίτησή της, αφού μάλιστα η ταυτοποίηση του μάρτυρα στην ένορκη βεβαίωση αφετηριάζεται στην αίτηση.

Ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου και η αρμόδια για την έκδοσή της αρχή, αν και στην πράξη έχει επικρατήσει να αναφέρονται, δεν απαιτούνται από πουθενά, είτε στην αίτηση είτε στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση, και για το λόγο αυτό η μη αναφορά τους δεν συνεπάγεται το παραμικρό ελάττωμα. Η μνεία των στοιχείων αυτών γίνεται προς αιτιολόγηση της ταυτοποίησης του προσώπου, ενέργεια αναγκαία για το συντάκτη της συμβολαιογραφικής ένορκης βεβαίωσης (άρθ. 8 § 1 περ. δ΄ Ν. 2830/2000, Κώδικα Συμβολαιογράφων), που δεν είναι, όμως, αναγκαίο να εκτίθεται στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση, αφού, έτσι κι αλλιώς, ο ειρηνοδίκης ως δημόσια αρχή δικαιούται να επαληθεύσει την ταυτότητα του μάρτυρα (πρβλ. άρθ. 3 § 4 εδ. α΄ Ν. 2690/1999, Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας).

Παράσταση δικηγόρου

Κατά το νομοθετικό καθεστώς προ του Ν. 4335/2015 το ζήτημα της παράστασης δικηγόρου στη διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης δεν ετίθετο. Ο αμιγώς μονομερής χαρακτήρας της ένορκης βεβαίωσης, η μη πρόβλεψη και μη κύρωση, ουσιαστικά, για τη μη προκαταβολή κρατήσεων και εισφορών (προϊσχ. άρθ. 92 §§ 2 & 6 Ν.Δ. 3026/1954: μόνο πειθαρχική κύρωση) και, πάνω απ’ όλα, η δυνατότητα αυτοπρόσωπης παράστασης των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο, αν και είχε περιοριστεί μέχρι της αξίας αντικειμένου διαφοράς του ποσού των € 12.000 (προισχ. ΚΠολΔ 94 § 2 περ. α΄, τροποπ. με άρθ. 7 § 1 Ν. 3994/2011) – χάριν της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των δικηγόρων – εκμηδένιζε την πρακτική αξία του ζητήματος. Η δυνατότητα καταχώρησης ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης κατά του μάρτυρα (ΚΠολΔ 423 § 2), η εξαίρεση από την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου μόνο στις μικροδιαφορές (ΚΠολΔ 94 § 2 περ. α΄) κι επί επικειμένου κινδύνου (ΚΠολΔ 94 § 2 περ. β΄), καθώς και το απαράδεκτο που ο νόμος προβλέπει επί μη προκαταβολής παρακρατήσεων και εισφορών (άρθ. 61 § 4 Ν. 4194/2013, Κώδικα Δικηγόρων) θέτουν το ζήτημα σε νέο πλαίσιο αναφορικά με τη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση. Αντίστοιχος προβληματισμός δεν τίθεται στη συμβολαιογραφική και την προξενική ένορκη βεβαίωση, αφού στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ιδιώτη και στη δεύτερη για διοικητική αρχή, όπου η αυτοπρόσωπη παράσταση δεν περιορίζεται κατά νόμο.

Το κομβικό ζήτημα είναι αν, που και κατά πόσον απαιτείται υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου στη δικαστηριακή ένορκη βεβαίωση. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου αφορά μόνο τις διαδικασίες επ’ ακροατηρίου και, υπ’ αυτήν την έννοια, η διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης εκφεύγει της υποχρεωτικής παράστασης. Ο ίδιος προβληματισμός θα μπορούσε να αναπτυχθεί και για τη διαδικασία έκδοσης περιουσιακής διαταγής, πληρωμής ή απόδοσης μισθίου, απ’ όπου, ομοίως, απουσιάζει η επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Εκεί, όμως, γίνεται παγίως δεκτό ότι εφαρμόζονται τα γενικώς ισχύοντα για την παράσταση δικηγόρου, λύση που, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή και στη διαδικασία της ένορκης βεβαίωσης και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι αυτοτελής, η δε αντίστοιχη της ένορκης βεβαίωσης είναι εξ ορισμού παρακολουθηματική άλλης επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, όπου εφαρμόζεται ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης.

Ο ειρηνοδίκης στην ένορκη βεβαίωση επιτελεί έργο αντίστοιχο του δικαστή μονομελούς δικαστηρίου ή του ορισμένου δικαστή για την εξέταση μαρτύρων (ΚΠολΔ 237 § 6 εδ. α΄) και, συνεπώς, θα πρέπει να τύχει ανάλογης νομικής αντιμετώπισης. Όπως ο ορισμένος δικαστής για την εξέταση μαρτύρων θα αντιμετωπισθεί ως δικαστήριο κατά τα κοινώς ισχύοντα, έτσι θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και ο ειρηνοδίκης στο πλαίσιο της ένορκης βεβαίωσης, αφού μάλιστα αμφότεροι λειτουργούν παρεπομένως άλλης διαδικασίας, μετά ο ένας και πριν ο άλλος, αντίστοιχα. Ότι στον ορισμένο δικαστή διεξάγεται συζήτηση, ενώ στον ειρηνοδίκη της ένορκης βεβαίωσης όχι δεν υποβιβάζει το διαδικαστικό ρόλο του τελευταίου, αφού το ίδιο πρόβλημα αναφύεται και στην έκδοση περιουσιακής διαταγής, για την οποία έγινε λόγος.

Στην υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, πλην των εξαιρέσεων που προβλέπει ο νόμος, και στην ένορκη βεβαίωση συνηγορεί η τελεολογία των νέων ρυθμίσεων για την τακτική διαδικασία, όπου ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης σε απλούστερες υποθέσεις και στα επείγοντα δικαιολογείται από την επέκταση της έγγραφης προδικασίας. Ότι ο περιορισμός της αυτοπρόσωπης παράστασης δεν κάμφθηκε ούτε στις διαδικασίες πλην της τακτικής μαρτυρεί την πρόθεση του νομοθέτη για καθολική εφαρμογή του νέου συστήματος παράστασης των διαδίκων, που δεν εντοπίζεται σε μία διαδικασία, αλλά αποτελεί τη βάση στην οποία δομούνται, με κάποιες εξαιρέσεις, όλες οι διαδικασίες, ρόλο που παραδοσιακά επιτελούσε η τακτική διαδικασία.

Με βάση τα παραπάνω και από τη στιγμή που η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και η αίτηση για την τελευταία αποτελούν δικόγραφα, διότι ενσωματώνουν διαδικαστικές πράξεις, και η παράσταση στη λήψη ένορκης βεβαίωσης είναι παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει και γι’ αυτές η υποχρεωτικότητα παράστασης δικηγόρου, όπως καθιερώνεται στο ΚΠολΔ 94 § 2, που, φυσικά, συνεπάγεται προκαταβολή εισφορών και κρατήσεων του δικηγόρου στο σύλλογο του οποίου είναι μέλος (ΚΔικ 61 § 1 εισαγ. εδ.) επί ποινή απαραδέκτου για τις περιπτώσεις που προβλέπεται δηλ. για την αίτηση λήψης της ένορκης βεβαίωσης και την παράσταση στη λήψη της τελευταίας (Παράρτ. I Β.Ειρ.λ.1 & 2 και III Β.Ειρ.λ.1 & 2 ΚΔικ).

Γενικά για το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης

Αντίθετα προς την κλήση για την παράσταση στη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, ο νομοθέτης αποδεικνύεται ιδιαίτερα φειδωλός ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου της. Το τελευταίο ορίζεται γενικά από το ΚΠολΔ 117 και συνοπτικά από το ΚΠολΔ 423, που ορίζει τα εξής:

«1. Οι διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398 παράγραφος 2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409 παρ. 2, 411 και 413 εφαρμόζονται αναλόγως.

2. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο».

Από τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το ΚΠολΔ 423 § 1, ιδιαίτερη σημασία για το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων έχουν τα ΚΠολΔ 405, 407, 408, 409 § 2, αφού οι λοιπές διατάξεις σχετίζονται με το επιτρεπτό της μαρτυρικής κατάθεσης εν γένει (ΚΠολΔ 393 & 394) την ικανότητα του μάρτυρα προς κατάθεση (ΚΠολΔ 399, 400, 402 & 413), τη μη προσέλευση (ΚΠολΔ 398 § 2) και την επανεξέταση (ΚΠολΔ 411), ζητήματα δηλ. κοινά με τις μαρτυρικές καταθέσεις επ’ ακροατηρίου, που δεν θα απασχολήσουν επί του παρόντος.

Ζήτημα που αναφύεται στην πράξη είναι κατά πόσον απαιτείται ξεχωριστή ένορκη βεβαίωση για κάθε μάρτυρα ή αρκεί μία με τις καταθέσεις όλων. Η πρακτική συνέπεια του ζητήματος έγκειται στο πλήθος των αιτήσεων και άπτεται της καταβολής της αξίας των αντίστοιχων ενσήμων. Το ΚΠολΔ 117 § 1 δεν εμποδίζει καμία από τις δύο επιλογές, που, ως εκ τούτου είναι εξίσου προκριτέες χωρίς κώλυμα από αλλού, πέραν της πρακτικής χρησιμότητας, χάριν της οποίας ενδείκνυται η αυτοτελής σύνταξη κάθε ένορκης βεβαίωσης, καθώς επιτρέπει το διαχωρισμό τους. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της ένορκης βεβαίωσης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.

Περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης κατά τις γενικές διατάξεις

Όπως προαναφέρθηκε, η δικαστηριακή και η προξενική ένορκη βεβαίωση αποτελούν έκθεση. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε αυτές το ΚΠολΔ 117 § 1, που ορίζει τα ακόλουθα:

«Ουσιώδη προαπαιτούμενα για κάθε έκθεση είναι:

α) να συντάσσεται όταν γίνεται η πράξη με την παρουσία όσων συμπράττουν,

β) να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο που γίνεται η πράξη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου κάθε προσώπου που είναι παρόν,

γ) να διαβάζεται στους παρόντες διαδίκους και στα άλλα πρόσωπα που συμπράττουν και να επιβεβαιώνεται από αυτούς,

δ) να υπογράφεται από το δικαστή ή δικαστικό υπάλληλο που τη συνέταξε, από το γραμματέα που συνέπραξε, από τους παρόντες διαδίκους και τα άλλα πρόσωπα που συνέπραξαν ή να αναφέρεται η άρνηση ή η αδυναμία τους να υπογράψουν».

α) Πρώτο, αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης είναι ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης. Αν και στο χρόνο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε ώρα, αυτή πρέπει να προσδιορίζεται χάριν του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας αυτής και της κλήσης, που αναφερεται σε συγκεκριμένη ώρα κατά ΚΠολΔ 422 εδ. β΄. Η ώρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης είναι εκείνη κατά την οποία αυτή ξεκινά και, λόγω του ακριβόχρονου της κλήσης του αντιδίκου στη λήψη της, δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ώρας που αναφέρεται στην κλήση, ενώ μεταγενέστερη δικαιολογείται μόνο περιορισμένα, κάτι που εντός του πλαισίου της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης και των αντιλήψεων των συναλλαγών, δεν μπορεί να ξεπερνά το ¼ της ώρας, όπως γίνεται ήδη δεκτό.

β) Για τα στοιχεία εξατομίκευσης ισχύουν όσα αναφέρονται για την αίτηση λήψης της ένορκης βεβαίωσης, δηλ. ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας και Α.Φ.Μ. Τα στοιχεία αυτά το ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ τα απαιτεί για κάθε παρόντα, κάτι που, φαινομενικά, καθιστά αναγκαία την αναφορά τους όχι μόνο για τον αιτούντα, τον τυχόν παριστάμενο αντίδικο και το μάρτυρα, αλλά και για το δικαστή, το γραμματέα και τους πληρεξουσίους δικηγόρους. Αντιπαραβάλλοντας τη ρύθμιση με εκείνη της επόμενης και μεθεπόμενης περίπτωσης, των ΚΠολΔ 117 § 1 περ. γ΄ & δ΄, ανακαλύπτει κανείς τη διάκριση μεταξύ συντάσσοντος δικαστή και γραμματέα, παρισταμένων διαδίκων και λοιπών συμπραττόντων προσώπων. Η ταυτότητα δικαίου και ρυθμιζομένων πραγματικών περιστατικών επιβάλλει ην επέκταση της διάκρισης των ΚΠολΔ 117 § 1 περ. γ΄ & δ΄ στο ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄. Υπ’ αυτήν την έννοια, από τα παρόντα πρόσωπα του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ εξαιρούνται ο δικαστής και ο γραμματέας.

Ενόψει του γεγονότος ότι το αμέσως επόμενο άρθρο, ΚΠολΔ 118, διακρίνει στην εξατομίκευση (αριθ. 3 & 5) το διάδικο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, διάκριση αναγκαία λόγω της εξαρτημένης δικονομικής θέσης του τελευταίου και υπαρκτή στη σύνταξη των εκθέσεων έστω και μη μνημονευόμενη, έπεται ότι από τους παρόντες πρέπει να εξαιρεθούν, ως διακρινόμενοι από αυτούς, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι. Έτσι, παρόντες κατά την έννοια του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ είναι οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους και οι μάρτυρες.

γ) Στο αναγκαίο κοινό περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων με κάθε άλλη έκθεση συγκαταλέγεται η υπογραφή. Αυτή δίνεται, κατά ΚΠολΔ 117 § 1 εδ. δ΄, από τους συντάσσοντες δικαστή και γραμματέα, τους μάρτυρες, τους παρισταμένους διαδίκους και τους λοιπούς συμπράττοντες, στους οποίους ανήκουν οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι. Στην πράξη, όμως, η υπογραφή δεν ζητείται από τα πρόσωπα πέραν των συντασσόντων και του μάρτυρα, ζήτημα που αντιμετωπίζεται παρακάτω.

Ιδιαίτερο περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης

Το ιδιαίτερο περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης υπαγορεύεται από το μαρτυρικό τους αντικείμενο, όπως προσδιορίζεται στο ΚΠολΔ 423. Όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το ΚΠολΔ 423 § 1 κρίσιμες για το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης είναι οι ακόλουθες:

  • ΚΠολΔ 405, που εισάγει υποχρεωτικώς ανωμοτί εξέταση ατόμων μειωμένης αξιοπιστίας, δηλ. όσων στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα συνεπεία καταδίκης ή δεν έχουν συμπληρώσει το 14ο έτος,
  • ΚΠολΔ 407, σχετικά με τα στοιχεία του μάρτυρα,
  • ΚΠολΔ 408, που προβλέπει την ορκοδοσία και
  • ΚΠολΔ 409 § 2, για την αναφορά της προέλευσης των κατατιθεμένων.

Από τις διατάξεις αυτές, οι σχετικές με τα στοιχεία του μάρτυρα άπτονται του κοινού με κάθε άλλη έκθεση περιεχομένου της ένορκης βεβαίωσης κι έχουν ήδη αναλυθεί. Η προϋπόθεση του ΚΠολΔ 409 § 2 για την πηγή γνώσης των κατατιθεμενων δεν απαιτείται πανηγυρικά. Κάτι, άλλωστε, που θα στερούνταν νοήματος. Εφόσον, λοιπόν, από το σύνολο της ένορκης βεβαίωσης προκύπτει η άμεση αντίληψη του μάρτυρα ή ο κατονομαζόμενος τρίτος από τον οποίο τα πληροφορήθηκε η απαίτηση του νόμου ικανοποιείται. Στα απαιτούμενα στοιχεία θα πρέπει να προστεθεί το προοίμιο, για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω. Ερμηνευτικά ζητήματα απομένουν μόνο ως προς την ορκοδοσία.

Ορκοδοσία

Αν και η ένορκη βεβαίωση εξ ορισμού εμπεριέχει τον όρκο, ο νόμος διακρίνει σχετικά με την αναγκαιότητα και το είδος του. Της ορκοδοσίας προϋποτίθεται η μη συνδρομή των προϋποθέσεων αποκλεισμού της κατά ΚΠολΔ 405, η οποία, με τη σειρά της, ικανοποιείται καταρχήν με την αναγραφή της ηλικίας, αφού η μη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τεκμαίρεται κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, εφόσον δεν αναφέρεται το αντίθετο. Στις περιπτώσεις του εν λόγω άρθρου, αν και ένορκη κατ’ όνομα η βεβαίωση, αυτή θα δοθεί ανωμοτί και το στοιχείο αυτό θα αναγραφεί σε αυτήν.

Εφόσον η ορκοδοσία του μάρτυρα επιτρέπεται κατά νόμο, θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα επιλογής του τύπου ως απόρροια της θρησκευτικής του ελευθερίας (Συντ. 13, ΕΣΔΑ 9 § 1). Εφόσον ο μάρτυρας είναι ικανός προς ορκοδοσία, η μη δόση του όρκου δεν επιτρέπεται παρά μόνο η επιλογή του τύπου του. Η παροχή του δικαιώματος επιλογής, για την παραβίαση του οποίου έχει ήδη καταδικασθεί η χώρα μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τίθεται υπέρ του μάρτυρα και ικανοποιείται με την πιστοποίηση ότι ο μάρτυρας ερωτήθηκε σχετικά. Ως προς τον τύπο, ο νόμος ορίζει το σχετικό με το χριστιανικό όρκο (ΚΠολΔ 408 § 2) και τον πολιτικό όρκο (ΚΠολΔ 408 § 3), ενώ υπαινίσσεται τη διαβεβαίωση των κληρικών στην ιεροσύνη (ΚΠολΔ 408 § 4), για την οποία, ελλείψει άλλης ρύθμισης κι ενόψει του ότι ο πολιτικός όρκος δίνεται ως διαβεβαίωση κατά τη σχετική ρύθμιση, θα ακολουθήσει τον τύπο του πολιτικού όρκου, όπου αντί της τιμής και συνείδησης θα αναφερθεί η ιεροσύνη. Επειδή, όμως, και ο κληρικός διαθέτει θρησκευτική ελευθερία, η πρόβλεψη της διαβεβαίωσης στην ιεροσύνη τίθεται αντί του θρησκευτικού όρκου, απαγορευμένου κατά το χριστιανισμό (βλ. Ματθ. 5.33-37, Ιακ. 5.12) και δεν υποκαθιστά τη δυνατότητα πολιτικού όρκου.

Κληρικός, κατά τη γραμματική ερμηνεία της λέξης, είναι ο αναγνωρισμένος ως θρησκευτικός λειτουργός ορισμένου δόγματος, το οποίο κατά Συντ. 13 § 2 & 3 προστατεύεται εφόσον είναι γνωστό, δηλ. τελεί το μεγαλύτερο μέρος των θρησκευτικών τελετών του ανοιχτό στο κοινό και δεν διαθέτει κρυφά δόγματα. Υπ’ αυτήν την έννοια, κλήρος υπάρχει όχι μόνο στην καθολική και ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, αλλά και στον προτεσταντισμό και κάθε άλλη θρησκεία, στοιχείο που αναγνωρίζει ο νομοθέτης αναφέροντας «κληρικοί κάθε θρησκεύματος». Ο μοναχός και όποιος αφιερώνεται στη λατρεία αποκομμένος από τα εγκόσμια δεν είναι αυτοδίκαια κληρικός, καθώς η απομόνωση και η συστηματική ενασχόληση δεν συνεπάγονται από μόνες τους την ένταξη στον κλήρο.

Προοίμιο

Σημαντική καινοτομία που εισάγει το ΚΠολΔ 423 § 2, που κάμπτει το μονομερή χαρακτήρα των ενόρκων βεβαιώσεων. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ρητά στον αντίδικο το δικαίωμα να εκφέρει λόγο κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης διατυπώνοντας ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στο προοίμιο, που πλέον προστίθεται ως αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης και, κατά λογική ακολουθία των προηγουμένων, η δυνατότητα του αντιδίκου να διατυπώσει τους αμυντικούς ισχυρισμούς του.

Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης

Σχετικά με τους καταχωρούμενους ισχυρισμούς ανακύπτουν δύο ζητήματα: Πρώτον, το αντικείμενό τους και, δεύτερον, αν επιτρέπεται η προβολή τους μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Ως προς το τελευταίο, η απάντηση προκύπτει από τις γενικές διατάξεις. Από τη στιγμή που ο αντίδικος ενημερώνεται ακριβώς για να μπορεί να αμυνθεί έναντι της ληφθησομένης ένορκης βεβαίωσης, υφίσταται προθεσμία. η οποία ολοκληρώνεται αμέσως πριν ο μάρτυρας προχωρήσει στη μαρτυρική κατάθεση που καταγράφεται στη βεβαίωση, όταν δηλ. συγκροτείται το προοίμιό της. Κατά τα γενικώς οριζόμενα, η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας συνεπάγεται έκπτωση από το αντίστοιχο δικαίωμα (ΚΠολΔ 151), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, κάτι που δεν προβλέπεται εν προκειμένω. Συνεπώς, η μη προβολή των ενστάσεων κι αιτήσεων εξαίρεσης προς καταγραφή στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης συνεπάγεται έκπτωση από το αντίστοιχο δικαίωμα.

Η τελεολογία που διαπνέει το χρονικό περιορισμό της προβολής των ενστάσεων απαντά και στο αντικείμενό τους. Εφόσον η προηγούμενη κλήση εξυπηρετεί το δικαίωμα άμυνας του αντιδίκου έναντι της λήψης της ένορκης βεβαίωσης από συγκεκριμένο πρόσωπο ως διενέργειας διαδικαστικής πράξης, έπεται ότι το περιθώριο άμυνας του, όπως αυτό καθορίζεται από τα αντικειμενικά δεδομένα, οριοθετεί και τους ενδεχόμενους ισχυρισμούς. Με το μάρτυρα να έχει το περιθώριο να καταθέτει πράγματα που πληροφορήθηκε από άλλους (ΚΠολΔ 409 § 2), ακόμα και υπό μορφή ένορκης βεβαίωσης (ΚΠολΔ 423 § 1), και την εύλογη αβεβαιότητα για το περιεχόμενο της κατάθεσης, έπεται ότι ενστάσεις σχετικά με την ουσιαστική αλήθεια των καταχωρουμένων, δηλ. την αναλήθεια ή την ανεπάρκειά τους, δεν θα μπορούσαν αντικειμενικώς να προβληθούν παρά μόνο μετά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, κάτι που ο νομοθέτης κατοχυρώνει ρητά (συνδ. ΚΠολΔ 237 §1, 421 & 237 § 2· ΚΠολΔ 237 § 7, 591 § 1 περ. στ΄).

Με το ουσιαστικό περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης να καθίσταται ανεπίδεκτο προκαταβολικής εναντίωσης, το αντικείμενο των ενστάσεων περιορίζεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις έγκυρης λήψης τους (ΚΠολΔ 421-423) και των διαδικαστικών προϋποθέσεων και διατυπώσεων της μαρτυρικής κατάθεσης που ενσωματώνουν και αναφέρονται στο ΚΠολΔ 423 § 1. Άλλωστε, η από κοινού αναφορά των λεγόμενων αιτήσεων εξαίρεσης με τις ενστάσεις είναι ενδεικτική της ανάλογης νομικής τους αντιμετώπισης, που δεν παραπέμπει σε ζητήματα ουσιαστικής αλήθειας. Στις ενστάσεις αυτές ανήκουν και οι ονομαζόμενες από τη ρύθμιση αιτήσεις εξαίρεσης, δηλ. οι αμυντικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνονται στην ανικανότητα του μάρτυρα προς κατάθεση και καταγράφονται στα ΚΠολΔ 399 & 400. Η ονομασία της αίτησης εξαίρεσης σε συνδυασμό με την πρόβλεψη προθεσμίας υποβολής της παραπέμπουν στις αντίστοιχες διατάξεις για τους πραγματογνώμονες (ΚΠολΔ 376-377), οι οποίες πρέπει να αποτέλεσαν το πρότυπο λειτουργικά και ορολογικά. Για τις επιπτώσεις της ακυρότητας γίνεται λόγος στο επόμενο μέρος του άρθρου.

Premium WordPress Themes