Menu     

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ Της Βαρβάρας Πάπαρη, Εφέτη, μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Το ερώτημα εάν έχουν δικαίωμα οι δικαστές (γενικά και όχι μόνο οι συνδικαλιστές) να διατυπώνουν δημόσια απόψεις πέρα από εκείνες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης,έχει απαντηθεί θετικά εδώ και πολύ καιρό, με αφορμή διάφορα περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Ειδικότερα,σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Συντάγματος,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 5 παρ.1 και 2,την ελευθερία και το δικαίωμα έκφρασης των στοχασμών του προφορικά, γραπτά και δια του τύπου έχει ο καθένας μας. Η γενικότατη και χωρίς περιορισμούς διατύπωση της ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 14 παρ.1 του Συντάγματος,συνηγορεί υπέρ της άποψης πως ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί πολιτικών θεμάτων ή επί οποιασδήποτε φύσεως θέμα ή ζήτημα,  αρκεί α) να μην υποκρύπτεται κομματική έκφραση (διότι τότε υποπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 29 § 3 του Συντάγματος «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας» ) και β) να μην γίνεται κατά τρόπο που δυσφημεί το κύρος της δικαιοσύνης (91 § 4β του ΚΟΔΚΔΛ «δεν συνιστά πειθαρχική παράβαση η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης»). Το τελευταίο θα κριθεί αφού ληφθούν υπόψη ο τρόπος, τα μέσα και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκφράστηκε δημόσια ο δικαστικός λειτουργός. Για παράδειγμα η εκφορά λόγου σε οργίλο τόνο και με υβριστικό ύφος (π.χ. με συνθήματα) θα συνιστά πειθαρχική παράβαση αφού τα μέσα με τα οποία εκφράστηκε ο δικαστικός είναι ασυμβίβαστα προς το αξίωμά του. Η κριτική προς το νομοθετικό πλαίσιο είναι επιτρεπτή, αρκεί να μην δηλώνει γενική απαξίωση προς την συνολική έννομη τάξη.Με άλλα λόγια, ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να εκφράζεται με τη σύνεση που προσήκει στο αξίωμα του. Σε αντίθεση με την απαγόρευση του 29 § 3 του Συντάγματος, που είναι μια απαγόρευση ως προς το περιεχόμενο των λόγων του δικαστή, η απαγόρευση του άρθρου 91 §4β του ΚΟΔΚΔΛ είναι πρωτίστως μια απαγόρευση ως προς τον τρόπο και τα μέσα της έκφρασης. Δεν υφίσταται σημαντικός περιορισμός ως προς το περιεχόμενο της άποψης που δύναται να εκφέρει ο δικαστικός λειτουργός. Εξαίρεση, όπου το περιεχόμενο των λόγων πρέπει να θεωρηθεί καθ’εαυτό ως προσβλητικό του κύρους της δικαιοσύνης, γίνεται δεκτή μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα όταν εκφράζεται ρατσιστικός λόγος ή απαρνούνται θεμελιώδεις και ακατάλυτες αρχές (και όχι συγκεκριμένα νομοθετήματα) της συνταγματικής μας τάξης.Συμπερασματικά, εξαιρουμένου του κομματικού λόγου, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με την θέση του δικαστικού λειτουργού, ο δικαστής δικαιούται στον ιδιωτικό του βίο να εκφράζεται δημόσια επί παντός επιστητού μέσω ενός εκφραστικού πλαισίου που δεν αναιρεί την  ιδιότητά του στον εργασιακό του βίο (βλ.σχετ.Μιχαήλ Ροδόπουλου, Δικηγόρου, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, Υπ. ΔΝ Νομικής Αθηνών «Αναζητώντας τα όρια στην ελευθερία του λόγου των Δικαστικών Λειτουργών»). Περαιτέρω,το δικαίωμα έκφρασης προβλέπεται και στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Ειδικότερα το δικαίωμα έκφρασης περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης (διαμόρφωση, μεταβολή και αποσιώπηση της γνώμης) και την ελευθερία λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση από τις αρχές. Οι διατάξεις των άρθρων 10 ΕΣΔΑ και 11 ΧΘΔΕΕ εφαρμόζονται σε σχέση με γνώμες, οι οποίες είναι δυνατό να καταστούν αντιληπτές ως προσβλητικές ή να εκπλήξουν αρνητικά ή ακόμη και να ενοχλούν τους αποδέκτες τους. Από την προστασία των διατάξεων αυτών διαφεύγουν οι αμιγώς υβριστικές εκφράσεις.Το ΕΔΔΑ νομολόγησε τη λεγόμενη υποχρέωση εγκράτειας των δικαστών προκειμένου να αποφεύγονται ζητήματα, τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται σε βάρος της αμερόληπτης κρίσης δικαστή (βλ.σχετ.υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος).

Τι γίνεται,όμως,με τους δικαστές που χρησιμοποιούν και συμμετέχουν/αλληλεπιδρούν,στα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης(social media) και ποιά μπορεί να είναι τα όρια στην ελευθερία του λόγου τους και το περιεχόμενο των αναρτήσεών τους;

Στην πολιτική σκηνή, τα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης(social media), ήλθαν στο επίκεντρο καθυστερημένα. Γνωστότερα τα: Facebook,Twitter, LinkedIn, Instagram,MySpace, Google Plus. Αυτή η τάση στον πολιτικό λόγο προσφέρει περαιτέρω στοιχεία για τη χρησιμότητα και τη δημοτικότητα της χρήσης των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης ως εργαλείου για την εύκολη και γρήγορη διάδοση του μηνύματος,όποιο κι αν είναι αυτό.Αλλά η ευκολία της αμεσότητας και της εμβέλειας των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης μετριάζεται συχνά από τη μονιμότητά της. Ένα μόνο tweet ή  facebook post, μπορεί να έχει ακούσια και μακροχρόνια αποτελέσματα.Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν στη αμεσότητα της στιγμής, με αποτέλεσμα θλιβερά και μη αναστρέψιμα λάθη. Αυτό είναι ένα μάθημα που πρέπει να μάθουμε ειδικά οι δικαστές, καθώς ο αριθμός των δικαστών που συμμετέχουν/αλληλεπιδρούν ηλεκτρονικά σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικών μέσων αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου.Προσωπικά, είμαι υπέρμαχος των δικαστών που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,εκτός από συνδικαλιστικό ή επιστημονικό, και σε προσωπικό επίπεδο.H εμπλοκή σε προσωπικό επίπεδο του δικαστή με τα “μέσα κοινωνικής δικτύωσης”, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα καθώς και τρόπο έκφρασης και ενημέρωσης και αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου της ελευθερίας της έκφρασης του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τους περιοριστικούς όρους που επιβάλει η θέση του και τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας που επιβάλλονται τόσο λόγω θέσης,αλλά και γενικότερα εξαιτίας της φύσης του διαδικτύου(internet). Αλλά και οι δικαστές είναι άνθρωποι και, όπως όλοι οι άλλοι, ενεργώντας αυθόρμητα,μπορεί να κάνουν αναρτήσεις στα κοινωνικά μέσα ,που αργότερα ίσως μετανοιώσουν.Δυστυχώς,και οι δικαστές  μπορούν να πέσουν θύματα της αμεσότητας των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης και να συμμετάσχουν με τρόπους που αργότερα μπορούν να επανέλθουν για να τους «στοιχειώσουν».Γι’αυτό οι ειδικοί και γνώστες των μηχανισμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προειδοποιούν : «μην κάνετε τίποτα online που δεν θα κάνατε σε ένα δωμάτιο γεμάτο από ανθρώπους. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι το μέσο δεν αλλάζει το μήνυμα – ή τις διακλαδώσεις του – και ενεργεί ανάλογα».Να σημειώσω εδώ ότι με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση «Google Spain και Inc. κατά Agencia Espanola de proteccion de datos και Mario Costeja Gonzalez»,αναγνωρίστηκε στους χρήστες του διαδικτύου το δικαίωμα διαγραφής δεδομένων από αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης,ήτοι το δικαίωμα να υποβάλει κανείς αιτιολογημένο αίτημα προκειμένου να ζητά να αφαιρεθούν, από τις μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο, ορισμένες πληροφορίες για το πρόσωπό του που εμφανίζονται στα αποτελέσματα όταν γίνεται αναζήτηση με βάση το ονοματεπώνυμό του. Επίσης,αξίζει να σημειωθεί ότι οι χρήστες των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεωρείται ότι είναι υποκείμενα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη Γνώμη 5/2009 της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν επιβάλλει τις υποχρεώσεις ενός υπεύθυνου επεξεργασίας δεδομένων σε ένα άτομο που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο καθαρά προσωπικής ή οικιακής χρήσεως.Ακόμα, η Γνώμη 5/2009 επισημαίνει ότι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού επαφών μπορεί να σημαίνει ότι δεν ισχύει η εξαίρεση λόγω οικιακής χρήσεως και επομένως ότι ο χρήστης μπορεί να θεωρείται ως υπεύθυνος της επεξεργασίας δεδομένων. Επίσης, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια Γνώμη, όταν η πρόσβαση στις πληροφορίες προφίλ επεκτείνεται πέραν των επαφών της επιλογής του χρήστη, π.χ. όταν παρέχεται πρόσβαση σε ένα προφίλ σε όλους τους χρήστες της υπηρεσίας κοινωνικής δικτύωσης ή όταν τα δεδομένα παρέχουν δυνατότητα καταγραφής από τις μηχανές αναζητήσεως, η πρόσβαση υπερβαίνει το προσωπικό ή το οικιακό πλαίσιο. Κατά αντίστοιχο τρόπο, αν ένας χρήστης λάβει συνειδητή απόφαση να επεκτείνει την πρόσβαση στα στοιχεία του πέραν των «φίλων» της επιλογής του, καθίσταται υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων και έχει τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας,όπως προβλέπονται στο Ν 2472/1997 για νόμιμη και θεμιτή επεξεργασία -άρθρα 4 και 7 (βλ.σχετ.ΑΡ.ΠΡ.Δ.ΠΡ.Χ 17/2016).

Με δεδομένο ότι οι δικαστές έχουν δικαίωμα να διατυπώνουν δημόσια απόψεις, πέρα από εκείνες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης, υπό τους προαναφερόμενους,όμως, περιορισμούς,ανακύπτει το ερώτημα εάν τα social media θεωρούνται χώρος προσωπικής έκφρασης ή ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Η απάντηση θα πρέπει να είναι: εξαρτάται πώς χρησιμοποιούνται. Συγκεκριμένα, αν μια ανάρτηση στο πλέον διαδεδομένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το facebook, γίνεται μόνο σε φίλους (με το  αντίστοιχο εικονίδιο του friends δίπλα της), τότε λογίζεται ως προσωπική άποψη του γράφοντος δικαστή, χωρίς να αποτελεί δημόσιο λόγο και προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών, (δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος ,καθώς και στα άρθρα 8 της ΕΣΔΑ και 7 του ΧΘΔΕΕ,βλ.ειδικότερα «Απόρρητο Επικοινωνιών & Διαδίκτυο» http://lawandtech.eu, αλλά και elawyer.blogspot.com), ακόμα και αν απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό «φίλων». Αντίθετα, αν η ανάρτηση είναι σε κοινή θέα για όλους (με το αντίστοιχο εικονίδιο της ένδειξης public δίπλα της), τότε θεωρείται ως δημόσιος λόγος κι έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα την έχουν διαβάσει ελάχιστα άτομα.Το ίδιο ισχύει (προστασία απορρήτου επικοινωνιών) και στην περίπτωση των κλειστών facebook group(ομάδων),τα οποία είναι ένας ιδιωτικός χώρος για την ομαδική επικοινωνία και για όσους επιθυμούν να μοιράζονται τα κοινά τους ενδιαφέροντα και να εκφράζουν τη γνώμη τους.  Όταν μια ομάδα είναι κλειστή, μόνο όσοι έχουν προσκληθεί στην ομάδα μπορούν να δουν το περιεχόμενο και τις πληροφορίες που μοιράζονται μέσα σε αυτήν. Ακόμα πιο ιδιωτικός χώρος από τον κλειστή ομάδα είναι η μυστική ομάδα,η οποία δεν εμφανίζεται σε κανένα σημείο του προφίλ του χρήστη και μόνο όσοι βρίσκονται μέσα στην ομάδα μπορούν να δουν ποια είναι τα μέλη και τι δημοσιεύτηκε. Αυτή η ομάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν ο χρήστης επιθυμεί μια ασφαλή πλατφόρμα επικοινωνίας με φίλους.Τέλος,σχετικά και ενδεικτικά,σημειώνεται ότι στις ΗΠΑ,δικαστήριο δέχτηκε ότι τα μη δημόσια facebook posts, τα οποία είναι ρυθμισμένα να είναι ιδιωτικά,κατ’αρχή καλύπτονται από τον Federal Stored Communications Act («SCA»),δηλ.τον ομοσπονδιακό νόμο για τις αποθηκευμένες επικοινωνίες, επειδή είναι: ηλεκτρονικές επικοινωνίες ·μεταδίδονται μέσω υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών ·σε ηλεκτρονική αποθήκευση. Και δεν είναι προσβάσιμες στο ευρύ κοινό (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου του New Jersey Ehling κατά Monmouth-Ocean Hospital Service Corp. , Νο. 2: 11-cv-03305 (WJM) (DNJ 20 Αυγούστου 2013).Aντίθετα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρουμανίας (HCCJ) με απόφασή του στις 12/2014,δέχτηκε ότι οι προσωπικές σελίδες του facebook θεωρούνται δημόσιοι χώροι, ακόμη και αν είναι προσβάσιμοι μόνο σε μια μικρή ομάδα φίλων (βλ.υπόθεση Nicolae  Mircea Munteanu).

Βαρβάρα Πάπαρη

Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Comments are closed.