Menu     

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ – Δημητρίου Δημητριάδη, Ειρηνοδίκη

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ

Του Δημητρίου Δημητριάδη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, Ειρηνοδίκη Γ’ Τάξης.

Προς

Υπουργό Δικαιοσύνης.

Κ. Υπουργέ,

Θα ήθελα να Σας γνωστοποιήσω κάποιες προτάσεις μου ως προς το Νόμο για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα (3869/2010), οι οποίες προέκυψαν μετά από την εκδίκαση πολλών τέτοιων υποθέσεων κατά τα τελευταία 6 έτη.

  1. Πιστεύω πως πριν από την κατάθεση της αίτησης στο Ειρηνοδικείο θα πρέπει να προηγείται κατάθεση αίτησης σε τριμελή επιτροπή, η οποία θα εξετάζει την υπόθεση του δανειολήπτη και  θα αποφαίνεται άμεσα για το εάν μπορεί να υπαχθεί στο Νόμο και ποιές δόσεις θα πρέπει να καταβάλει. Οι εν λόγω επιτροπές μπορούν να συσταθούν σε επίπεδο Νομών, να αποτελούνται από ειδικούς οικονομολόγους-λογιστές και να εξετάσουν ακόμα και τις εκκρεμείς αιτήσεις. Το στάδιο αυτό θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό και μόνο σε περίπτωση που ο οφειλέτης ή οι πιστωτές αρνηθεί/αρνηθούν την πρόταση της επιτροπής θα μπορεί/μπορούν να προσφύγει/προσφύγουν στο Ειρηνοδικείο. Ο εξωδικαστικός και προδικαστικός συμβιβασμός, ο οποίος προβλεπόταν στο Νόμο απέτυχαν, γιατί οι υπάλληλοι και δικηγόροι των τραπεζών δεν συναινούσαν σχεδόν ποτέ στα σχέδια ρύθμισης των οφειλών που τους πρότειναν οι δανειολήπτες, αλλά και οι τελευταίοι δεν συναινούσαν στις προτάσεις των τραπεζών. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να σωρευθεί μεγάλος όγκος υποθέσεων στα Ειρηνοδικεία, με πολύ μακρινές δικασίμους και προσωρινές διαταγές που διαρκούν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Το πρόβλημα εντείνεται και με τις αναβολές που δίνονται κατά την εκδίκαση των αιτήσεων, ή λόγω αποχής δικηγόρων, εκλογών κλπ, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις να εκκρεμούν για πολλούς μήνες και χρόνια στα Δικαστήρια. Με την ανωτέρω λύση πιστεύω ότι θα μειωθεί κατά πολύ ο όγκος των υποθέσεων που οδηγούνται τελικά ενώπιον των Δικαστηρίων και θα ρυθμίζονται πολύ πιο σύντομα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις Τράπεζες.
  2. Να καθιερωθεί ως προϋπόθεση του παραδεκτού της κατάθεσης ή εκδίκασης των αιτήσεων, ο αιτών να προσκομίζει όλα τα εκκαθαριστικά του σημειώματα από την ανάληψη των δανείων μέχρι σήμερα και να προσδιορίζει επακριβώς τις μηνιαίες δόσεις που όφειλε να καταβάλει, ώστε να κριθεί εάν αυτός είχε δόλο κατά την ανάληψή τους. Το ανωτέρω είναι πολύ σημαντικό, ώστε ο Δικαστής να είναι σε θέση να κρίνει εάν ο οφειλέτης υπήρξε συνετός δανειολήπτης και οδηγήθηκε χωρίς δόλο σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

  3. Η ρύθμιση του άρθρου 8 του Νόμου προτείνω να μεταβληθεί, ώστε ο Δικαστής να έχει περισσότερες δυνατότητες και να μπορεί να ρυθμίσει τα χρέη του δανειολήπτη σε βάθος 10ετίας τουλάχιστον, ορίζοντας τις μηνιαίες δόσεις που κρίνει ότι αυτός μπορεί να καταβάλει. Με τη σημερινή μορφή της διάταξης ο Δικαστής μπορεί μόνο να ορίσει δόσεις για 3 έτη και στη συνέχεια ακολουθούν οι δόσεις βάσει της αντικειμενικής και πλέον της εμπορικής αξίας της κατοικίας, με αποτέλεσμα σε κάποιες περιοχές, όπου οι αντικειμενικές-εμπορικές αξίες είναι χαμηλές, οι αιτούντες να ωφελούνται υπέρμετρα και να πληρώνουν τελικά μικρά ποσά και το υπόλοιπο χρέος τους να «κουρεύεται» και σε άλλες περιοχές, όπου οι αντικειμενικές-εμπορικές αξίες είναι υψηλές να αδικούνται πληρώνοντας πολύ μεγάλα ποσά. Επίσης, οι εν λόγω δόσεις καταλογίζονται κατά κύριο λόγο στις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες οφειλές, με αποτέλεσμα οι λοιποί δανειστές να μην λαμβάνουν τίποτα από αυτές.

  4. Να καθοριστούν σαφή κριτήρια ως προς το ποιός θεωρείται μικρέμπορος και μπορεί να υπαχθεί στο Νόμο και ποιός είναι έμπορος και δεν δύναται να ενταχθεί, καθώς τα τελευταία έτη παρατηρείται το φαινόμενο πολλοί έμποροι να καταθέτουν αιτήσεις για την υπαγωγή τους επικαλούμενοι ότι είναι μικρέμποροι και να υπάρχουν αντιφατικές αποφάσεις στη Νομολογία.

Ευχαριστώ πολύ,

Δημήτριος Δημητριάδης-Ειρηνοδίκης Γ’ Τάξης.

Comments are closed.