Menu     

ΟΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ ΤΗΣ 9-1-2018 ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ κτλ – ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ 50% ΤΩΝ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2012-2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΣΚΗΣΑΝ ΑΓΩΓΕΣ – ΒΑΣΙΜΟΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ
Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Αθήνα, 9-1-2018

Α. Σε ότι αφορά το πρώτο ζήτημα: Η πρώτη των υπογραφόντων την παρούσα τοποθετήθηκε ως ακολούθως όσον αφορά το θέμα της ημερήσιας διάταξης για τη διαμεσολάβηση :
H διαμεσολάβηση συνιστά, διεθνώς, μία πολύ διαδεδομένη μέθοδο επίλυσης διαφορών, προηγούμενη της δικαστικής επίλυσης αυτών, η οποία, όπου έχει εφαρμοσθεί, έχει στεφθεί με επιτυχία, δεδομένου ότι οδηγεί τα μέρη σε υιοθέτηση μίας κοινά αποδεκτής και συμφέρουσας λύσης. Τα πλεονεκτήματα της διαμεσολάβησης είναι σημαντικά, διότι είναι μία διαδικασία άμεση και ταχύτατη, ευέλικτη, δίχως δικονομικούς φορμαλισμούς, χωρίς νικητές και ηττημένους, αφού τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να εξεύρουν τα ίδια τη λύση στη διαφορά τους, με τη διαμεσολάβηση του ειδικά εκπαιδευμένου Διαμεσολαβητή, η οποία, εάν καταλήξει σε συμφωνία, επιτυγχάνεται σύμμετρη και φιλική ικανοποίηση των συμφερόντων των μερών. Αν και αποτελεί μία διαδικασία αποφυγής της δικαστικής αντιδικίας, που δημιουργεί (η τελευταία) οξύτητα στις σχέσεις των αντιδίκων μερών και συχνά γεννά, πλην της κύριας δίκης και άλλες παράπλευρες διαφορές και δίκες (φαινόμενο ποινικοποίησης αστικών διαφορών) ο θεσμός της διαμεσολάβησης προσκρούει στη δυσπιστία των διαδίκων και στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς αυτόν, με συνέπεια να μην θεωρείται επιτυχής η εισαγωγή του στην ελληνική έννομη τάξη.
Αλλά και τα αποτελέσματα της δικαστικής μεσολάβησης δεν είναι ικανοποιητικά, δεδομένου ότι στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου η δικαστική μεσολάβηση εφαρμόζεται από τον Μάιο του έτους 2012, ενδεικτικά, εισήχθησαν 31 υποθέσεις το έτος 2012 και συντάχθηκε πρακτικό μεσολάβησης σε 14 υποθέσεις, το έτος 2013 εισήχθησαν 94 υποθέσεις και συντάχθηκε πρακτικό μεσολάβησης σε 42 υποθέσεις, ενώ το έτος 2014 εισήχθησαν 82 υποθέσεις, εκ των οποίων 35 υποθέσεις περατώθηκαν με τη σύνταξη πρακτικού μεσολάβησης.
Ο ορισμός της διαδικασίας διαμεσολάβησης ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της ένδικης προσφυγής είναι συμβατός προς την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των πολιτών, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικά αλλά και από τις διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) δεν καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ένδικου βοηθήματος,
β) αναστέλλει την απόσβεση των δικαιωμάτων των μερών,
γ) δεν προκαλεί σημαντικά έξοδα,
δ) η ηλεκτρονική οδός δεν αποτελεί το μοναδικό μέσο πρόσβασης στην εν λόγω διαδικασία και
ε) είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων.
Στην σχετική απόφαση Menini – Rampanelli κατά Banko Popolare (C-75/16) το ΔΕΕ δέχθηκε ότι κατά την πρόβλεψη της διαμεσολάβησης από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών δεν αποτελεί σημαντικό ζήτημα ο προαιρετικός ή υποχρεωτικός χαρακτήρας αυτής (διαμεσολάβησης) αλλά σημαντικό είναι να προστατεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστικό σύστημα.
Η σταδιακή αλλαγή νοοτροπίας της ελληνικής κοινωνίας με επίδειξη εμπιστοσύνης σε εναλλακτικές μορφές επίλυσης των διαφορών, που δημιουργούν ένα νέο, προηγμένο νομικοκοινωνικό πολιτισμό, θα συμβάλλει στην ταχύτερη παροχή έννομης προστασίας σε όσες διαφορές άγονται ενώπιον των δικαστηρίων. Η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί πανάκεια για όλες τις δυσλειτουργίες της τακτικής απονομής δικαιοσύνης, ωστόσο η ισορροπημένη συνύπαρξη αυτής και γενικότερα των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης των διαφορών με το δικαστηριακό σύστημα έχει αποδειχθεί διεθνώς ότι συμβάλλει στην αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων και στην προαγωγή του νομικού πολιτισμού.
Ο δεύτερος των υπογραφόντων ήδη έχει διατυπώσει τις απόψεις του στο ανωτέρω θέμα με το από 4-1-2018 έγγραφο του, που έχει αναρτηθεί στο μπλογκ dikastis.
Μετά τις ανωτέρω τοποθετήσεις μας ψηφίσαμε κατά της εισήγησης του Προέδρου περί διακοπής των συνεδριάσεων των Δικαστηρίων

Β) Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, που ετέθη από εμάς εκτός ημερήσιας διάταξης: Με το με αριθμ. πρωτ. 9/9-1-2018 έγγραφο μας εκθέσαμε τα ακόλουθα:
Σε ότι αφορά τις αξιώσεις των συναδέλφων, που δεν άσκησαν αγωγές ως προς το 50% των αναδρομικών της περιόδου 2012-2014 οφείλουμε καταρχήν να επισημάνουμε ότι ακόμη και υπό την εκδοχή της διετούς παραγραφής (κατά την άποψη μας στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει βάσιμο νομικό έρεισμα περί πενταετούς παραγραφής), στο τέλος του έτους 2014 έλαβαν χώρα μαζικές αιτήσεις διακοπής της παραγραφής προς το ΝΣΚ για το σύνολο των αξιώσεων, η, δε, διετία άρχιζε εκ νέου βάσει της διατάξεως του άρθρου 143 περ.γ΄ Ν. 4270/2014 (λόγω μη έκδοσης σχετικού πρακτικού από το ΝΣΚ) μετά παρέλευση 6 μηνών από την 1-1-2015, ήτοι την 1-7-2015 και συμπληρωνόταν την 1-7-2017, δηλαδή τον περασμένο Ιούλιο. Επομένως, κατά την άποψη μας το εν λόγω ζήτημα θα μπορούσε να είχε ήδη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου δικαστικού έτους και μέχρι την 1-7-2017, διευθετηθεί δεδομένης, μάλιστα και της έκδοσης εκατοντάδων αποφάσεων με θετική έκβαση.
Πέραν, όμως, αυτών:
Α. Στη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 2362/1995 προβλέπεται μεν διετής παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων (για αποδοχές κλπ.) έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, πλην όμως η διετής αυτή παραγραφή έχει κριθεί νομολογιακά ότι αφορά στην περίπτωση ευθείας αγωγής προς καταβολή των αποδοχών.
Ειδικότερα, με την απόφαση ΑΕΔ 2/2012 (δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) κρίθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής (παρατίθεται αυτούσιο τμήμα της υπό στοιχ. 5 κρίσιμης νομικής σκέψης):
5.΄΄ … Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 91 του Ν. Δ/τος 321/1969, προκύπτει ότι οι αξιώσεις των με οποιαδήποτε σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ` ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το Δημόσιο για οποιοδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανα του στο νόμο, από την οποία όμως άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος, απαιτείται η έκδοση πράξεως του Δημοσίου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (πρβλ ΑΕΔ 9/2009).΄΄ (πρβλ. επίσης ΑΕΔ 6/2017 και ΣτΕ 3441/2013).
Παρέπεται ότι πολύ περισσότερο και κατά μείζονα λόγο ισχύει η πενταετής παραγραφή ως εκ της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και όταν με θετική ενέργεια (και όχι απλώς με παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας), που αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις παραβιάζεται η υποχρέωση καταβολής των αποδοχών.
Β. Περαιτέρω, με την 13355/2017 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε επί αγωγής 22 συναδέλφων για το 50% των αναδρομικών περιόδου 2012-2014 κρίθηκαν μεταξύ άλλων και με ισχύ δεδικασμένου πλέον τα εξής: α) ότι, όπως γίνεται δεκτό και με την 127/2016 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος, οι διατάξεις του άρθρου 181 Ν. 4270/2014 θεσπίσθηκαν στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ υποχρέωσης της Πολιτείας προς άμεση συμμόρφωση της με την 88/2013 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, από την οποία γεννάται υποχρέωση των οργάνων της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας να θεωρούν ανίσχυρες και μη υφιστάμενες στο νομικό κόσμο τις διατάξεις του Ν. 4093/2012 δια των οποίων περικόπηκαν οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και ότι περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 86 παρ.6 Ν. 4307/2014 με την οποία περικόπηκαν κατά ποσοστό 50% οι αναδρομικές αποδοχές, που έπρεπε να καταβληθούν στους δικαστικούς λειτουργούς για την προαναφερόμενη διετία συνιστούν μερική συμμόρφωση στην εν λόγω υποχρέωση και επομένως αντίκειται (η διάταξη του άρθρου 86 παρ.6 Ν. 4307/2014) στο Σύνταγμα και δη στις διατάξεις των άρθρων 26 (αρχή διάκρισης εξουσιών), 87 παρ.1, 88 παρ.2, 20 παρ.1 και 95 παρ.5 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ και β) ότι η παραβίαση της ανωτέρω υποχρέωσης από το νομοθέτη δια της διατάξεως του άρθρου 86 παρ.6 Ν. 4307/2014 ως αντικείμενη σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (Συντάγματος) θεμελιώνει στην προκείμενη περίπτωση αξίωση αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Σχετικά με το ζήτημα θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης σε βάρος του Δημοσίου κατ΄ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ από νομοθέτηση σε αντίθεση με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις βλ. ad hoc ΣτΕ 3901/2013, ΣτΕ 2544/2013, ΣτΕ 730/2010.
Βάσει όλων των ανωτέρω νομολογιακών δεδομένων και της παρεμβολής, ειδικώς, στην προκείμενη περίπτωση, νομοθέτησης αντίθετης με υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, θεωρούμε ότι υπάρχει βάσιμο νομικό έρεισμα για τη διεκδίκηση του 50% των αναδρομικών αποδοχών 2012-2014 για λογαριασμό των συναδέλφων, που δεν έχουν μέχρι σήμερα ασκήσει σχετικές αγωγές και για το λόγο αυτό ζητούμε τη ρύθμιση του ζητήματος από την Πολιτεία για όσους συναδέλφους δεν έχουν μέχρι σήμερα ασκήσει αγωγές για το 50% των αναδρομικών της περιόδου 2012-2014.

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ
Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Comments are closed.